Σε μία πρόσφατη μελέτη της PayPal αναφέρει ότι 1 στους 4 Έλληνες ηλικίας 18-35 ετών μεταφέρει χρήματα σε φίλους και γνωστούς μέσω online εφαρμογών και συστημάτων πληρωμών. Δεν έχω δει έρευνες για τη χρήση καρτών στην ίδια ηλικιακή κατηγορία, αλλά η αίσθηση που έχω κυκλοφορώντας έξω, είναι πως για τους αποκαλούμενους millennials και τη generation z, η χρήση της κάρτας δεν είναι κάτι που αποφεύγουν. Για την ακρίβεια, το προτιμούν, έστω και αν σε πολλές περιπτώσεις δεν χρησιμοποιούν κάρτες των παραδοσιακών τραπεζών, αλλά κάποια από τις προτάσεις των πολυάριθμων -πλέον- fintech εταιρειών που δραστηριοποιούνται σε όλη την Ευρώπη και έχουν επεκταθεί και στην Ελλάδα. Και αν κρίνει κανείς από τα ποσοστά χρήσης των online αγορών σε αυτές τις ηλικίες, είναι προφανές ότι οι ψηφιακές πληρωμές δεν είναι μία άγνωστη λέξη για όσους/όσες ανήκουν στη συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία.
Η άποψη μου είναι πως το μέλλον είναι ψηφιακό και «αόρατο» και έχω την αίσθηση ότι οι νεαρές ηλικίες είναι αυτές που θα δώσουν μεγαλύτερη ώθηση σε αυτή την τάση. Και θα παρασύρουν και τις μεγαλύτερες ηλικίες που σε μεγάλο βαθμό ανθίστανται και συνεχίζουν να προτιμούν τα μετρητά. Όμως, όταν οι γιοι και οι κόρες θα χρησιμοποιούν μόνο κάρτες και ψηφιακές εφαρμογές για να μεταφέρουν χρήματα, πρακτικά θα υποχρεώσουν και τους γονείς τους να τις χρησιμοποιήσουν. Είναι κάτι που έχουμε ήδη δει με το Viber και το WhatsApp που πλέον χρησιμοποιούν και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, πολύ απλά γιατί τους έδειξαν οι μικρότεροι πόσο εύκολο και πρακτικό θα είναι.
Κάτι αντίστοιχο θα συμβεί και με τους εμπόρους που μπορεί να προτιμούν τα μετρητά -για διάφορους λόγους- αλλά σταδιακά βλέποντας τους πελάτες τους να προτιμούν ψηφιακούς τρόπους πληρωμών θα στρέψουν ακόμη περισσότερο την προσοχή τους εκεί.
Επιπλέον, στο χώρο της ψυχαγωγίας, βλέπουμε νέες λύσεις και εφαρμογές που αξιοποιούν τις ψηφιακές τεχνολογίες. Όταν, για παράδειγμα, θα πηγαίνεις σε μία συναυλία και αντί να έχεις πορτοφόλι θα έχει ένα «βραχιόλι» που μπορείς να φορτίσεις online με χρήματα για να τα ξοδέψεις μέσα στον συναυλιακό χώρο, τότε γιατί να ξαναπροτιμήσεις τα μετρητά;
Το άγχος του πορτοφολιού θα αρχίσει σταδιακά να εξαλείφεται και ένας βασικός λόγος για αυτό θα είναι η στροφή και της νεολαίας προς τις ψηφιακές πληρωμές και τις σχετικές εφαρμογές. Το smartphone θα είναι το βασικό μέσο πληρωμών και αυτό δεν είναι κάτι που θα αργήσει πολύ να γίνει. Έχω την αίσθηση ότι το mobile wallet είναι μία τάση που θα αρχίσει να «παίζει» δυνατά στο πολύ άμεσο μέλλον. Και θα είναι εξαιρετικά γρήγορη η αύξηση της δημοτικότητάς του.
[social_share googleplus="no" linkedin="yes" whatsapp="no" viber="no"]
Την ώρα που τα διασυνδεδεμένα πλέον ηλεκτρικά ψυγεία μας είναι έτοιμα να ξεκινήσουν τις απευθείας παραγγελίες στα «σουπερμάρκετ του μέλλοντός» μας για ό,τι λείπει ή ό,τι τελειώνει από την ιδεατή λίστα των περιεχομένων τους, εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή στα καταναλωτικά ήθη και έθιμα, κάποιες εμβληματικές αλυσίδες ήδη προχωρούν σε καινοτόμες πρωτοβουλίες, αξιοποιώντας τις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης – ΑΙ, για τους φίλους της….
Είδαν, για παράδειγμα, το φως της δημοσιότητας τα τελευταία νέα της Walmart, του αμερικανικού γίγαντα στις πωλήσεις καταναλωτικών αγαθών που εγκαινίασε πρόσφατα έναν νέο, πειραματικό τύπο καταστήματος, στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Υόρκης, με τον εύγλωττο τίτλο “Intelligent Retail Lab” (IRL), του οποίου η λειτουργία αξιοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες του ΑΙ. Και μη φανταστείτε πως επειδή είναι «εργαστήρι» πρόκειται για κάτι μικρό: διακινεί 30.000 κωδικούς και απασχολεί περισσότερα από 100 άτομα στις (όντως μεγάλες) εγκαταστάσεις του – απλώς, κατά την εταιρία, πρόκειται για ένα κατάστημα-αμμοδόχο που επιτρέπει τον πειραματισμό με διάφορες τεχνολογίες και λύσεις, υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας.
Το πιο χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι οι δεκάδες κάμερες, πάνω από τα ράφια και τα ψυγεία, όπως επίσης το ορατό στο κοινό και λουσμένο σ’ ένα απόκοσμο μπλε φως data center του, που προστατεύεται με χοντρά αλεξίσφαιρα κρύσταλλα, φυσικά, για κάθε ενδεχόμενο… Οι κάμερες δεν είναι εκεί για να παρακολουθούν τις κινήσεις (και τις αγορές) των πελατών, όπως συμβαίνει με το πολύ μικρότερο σε μέγεθος και σχεδόν αυτοματοποιημένο Go της Amazon, όπου το κόστος των αγορών απλώς αφαιρείται από την κάρτα του πελάτη, στην έξοδο. Αντίθετα, είναι συνδεδεμένες σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου των αγαθών στα ράφια, που -με το κατάλληλο λογισμικό και με τη βοήθεια ΑΙ- εξασφαλίζουν την ύπαρξη ικανοποιητικού αποθέματος, ασχέτως συνθηκών και «επιδρομών» από τους πελάτες…
Βέβαια, εκτός από την ειδοποίηση στους ανθρώπους της αποθήκης να στείλουν άμεσα αντικαταστάσεις, το σύστημα καταγράφει ένα σωρό άλλα χρήσιμα στοιχεία: πόσο γρήγορα «φεύγει» ένα προϊόν, τί ώρες και ημέρες γίνονται οι περισσότερες αγορές, πόσο συχνά χρειάζεται επαναφόρτωση ένα συγκεκριμένο ράφι, ποια είναι η κίνηση κάθε πελάτη στο κατάστημα κ.λπ. , σε πραγματικό χρόνο! Σε σχετικό μ’ αυτό το θέμα άρθρο του, το TechCrunch αναφέρει πως η λειτουργία των καμερών στο κατάστημα σε συνδυασμό με τους πανταχού παρόντες και τα πάντα μετρώντες πλέον αισθητήρες (το ΙοΤ αναπτύσσεται με εκθετικό ρυθμό στις ΗΠΑ) δίνουν δεδομένα της τάξεως των 1,6 ΤΒ ανά δευτερόλεπτο (!), εξ ου και η ανάγκη για επιτόπια παρουσία data center μέσα στο κατάστημα. Υπάρχει, δηλαδή, και ουσιαστικός λόγος πέρα από το εντυπωσιακό του πράγματος…
Κι όπως δηλώνουν οι άνθρωποι του IRL, όσα τους προσφέρει η τεχνολογία σε συνδυασμό με την τεχνογνωσία σε ό,τι αφορά στις πωλήσεις του ίδιου του Walmart, με ιστορία που πάει μισό αιώνα πίσω, μπορούν να δώσουν «πραγματικά δυνατές εμπειρίες» για τους πελάτες του καταστήματος. Βλέπουμε, δηλαδή, πως κι εδώ, σ’ αυτόν τον τόσο πεζό τομέα, η ενίσχυση της εμπειρίας του πελάτη παραμένει ο κύριος στόχος, καθώς «μπορεί να βελτιώσει τη ζωή των πελατών και των συνεργατών μας». Μάλιστα, σε μια έμμεση απάντηση στη γνωστή «μάντρα» των ημερών, πως οι μηχανές και το ΑΙ θα «καταπιούν» δουλειές και «θα κλείσουν σπίτια», οι άνθρωποι του IRL τονίζουν ότι δεν πρόκειται να απολυθούν εργαζόμενοι – αντίθετα, οι αυτοματισμοί θα απελευθερώσουν πολλούς από αυτούς, ώστε να είναι κοντά στους πελάτες και να τους εξυπηρετούν καλύτερα.
Κατά το TechCrunch, η θερμοκοιτίδα νεοφυών επιχειρήσεων με τίτλο Store No8, που έχει συστήσει το Walmart (το οποίο αξιοποιεί, επίσης, τεχνολογία blockchain για να διασφαλίζει την ιχνηλασιμότητα και -μέσω αυτής- την ποιότητα και τη φρεσκάδα των κηπευτικών και των κρεάτων του) παρουσίασε φέτος μια ακόμα καινοτομία: έδωσε σε πελάτες ειδικές κάσκες εικονικής πραγματικότητας (VR) προκειμένου να αυξήσει ακόμα περισσότερο την αγοραστική εμπειρία τους, μέσα στο κατάστημα. Και έπεται, προφανώς, συνέχεια…
Είναι, λοιπόν, να μην αναφωνείς… AI, AI, AI, πΑΙ, την ψωνίσαμε!
[social_share googleplus="no" linkedin="yes" whatsapp="no" viber="no"]
Τα στοιχεία της έρευνας Focus On Tech Life είναι πάντα ενδιαφέροντα, κυρίως γιατί μπορείς να δεις -σε τριμηνιαία βάση- τις εξελίξεις που υπάρχουν στο χώρο του ελληνικού Διαδικτύου. Και πλέον μπορείς να δεις ότι το ποσοστό διείσδυσης του Διαδικτύου έχει πλησιάσει το 90% στις ηλικίες 13-74 ετών.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία αφορούν το α’ τρίμηνο του 2019 και εκτός πολλών άλλων δείχνουν ότι οι Έλληνες έχουν αρχίσει να αγκαλιάζουν το ηλεκτρονικό εμπόριο. Συγκεκριμένα, επί του συνόλου του δείγματος το 59% δήλωσε ότι το τελευταίο 6μηνο έχει πραγματοποιήσει μία τουλάχιστον online αγορά. Ποσοστό που φθάνει μέχρι και στο 77% στις ηλικίες 25-34 ετών.
Αν αναλογιστεί κανείς ότι στο τέλος του 2017 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν στο 41% και εκείνο στις ηλικίες 25-34 ετών ήταν στο 57%, καταλαβαίνει κανείς ότι μέσα σε ένα χρόνο έχουν υπάρξει σημαντική ανάπτυξη. Και είναι προφανές ότι όταν κάποιος κάνει μία online αγορά και μείνει ικανοποιημένος τότε από εκεί και πέρα του γίνεται συνήθεια λόγω των σημαντικών διευκολύνσεων που προσφέρει το Διαδίκτυο ως κανάλι αγορών.
Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Αυτή που δείχνει ότι στις μεγαλύτερες ηλικίες το e-commerce δεν είναι κάτι που τους απασχολεί ιδιαίτερα. Στο α’ τρίμηνο του 2019, το ποσοστό των Ελλήνων χρηστών του Διαδικτύου ηλικίας άνω των 55 ετών που δήλωσε ότι έκανε μία online αγορά ήταν μόλις στο 40%. Το ποσοστό φαντάζει ίσως και υψηλό αν αναλογιστεί κανείς ότι στο τέλος του 2017 μόλις το 22% των χρηστών ηλικίας 55-64 ετών και μόλις το 10% εκείνων ηλικίας άνω των 65 ετών δήλωσε ότι είχε κάνει μία online αγορά. Και η αύξηση δείχνει εξαιρετικά υψηλή επίσης.
Όμως, η προσωπική άποψη μου είναι πως θα έπρεπε να είχε πλησιάσει πολύ περισσότερο το συνολικό ποσοστό. Οι μεγαλύτερες ηλικίες χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο το Διαδίκτυο, κάτι που είναι εμφανές στο Facebook, δεν φοβούνται το μέσο όπως συνέβαινε στο παρελθόν και γνωρίζουν να χρησιμοποιούν τις κάρτες τους. Παρ’ όλα αυτά, δείχνουν να φοβούνται να κάνουν online αγορές. Και είναι ένα κοινό που θα το βόλευε να χρησιμοποιεί το Διαδίκτυο για τις αγορές του, ιδίως τις πιο μεγάλες ηλικίες.
Η ανησυχία μου είναι μήπως βρεθούμε μπροστά σε ένα χάσμα ηλικιών όσον αφορά το ηλεκτρονικό εμπόριο. Βραχυπρόθεσμα αυτό ενδεχομένως να μην έχει ιδιαίτερη σημασία, αλλά μεσοπρόθεσμα καθώς όλο και περισσότερες επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου θα δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στα ψηφιακά κανάλια τους, ίσως να βρεθούμε μπροστά από μία ιδιότυπη μορφή «αποκλεισμού» των μεγαλύτερων ηλικιών.
Τι μπορούμε να κάνουμε; Ενδεχομένως, απλά οι μικρότεροι σε ηλικία να αρχίσουμε να δείχνουμε στους μεγαλύτερους πόσο εύκολο είναι να κάνουν online αγορές. Και να τους δείχνουμε επιπλέον τι χρειάζεται προκειμένου να προφυλάσσονται στον ψηφιακό κόσμο. Ενδεχομένως, τότε, να αποφύγουμε να δούμε αυτό το ηλικιακό χάσμα να συμβαίνει.
[social_share googleplus="no" linkedin="yes" whatsapp="no" viber="no"]
Αν δεν το καταλάβατε, κλείσαμε ήδη έναν χρόνο από τον περασμένο Μάη, όταν τέθηκε σε ισχύ ο GDPR, ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων, τον οποίο θεσμοθέτησε η Ευρωπαϊκή Ένωση για τις χώρες-μέλη, αλλά ουσιαστικά και για όποιον άλλο -εκτός ΕΕ- εμπλέκεται με το δικό της οικοσύστημα, που πρέπει επίσης να συμμορφωθεί.
Σβήσουμε-δεν σβήσουμε κεράκι (για να τιμήσουμε και τον τίτλο μας), σ’ αυτό το 12μηνο έγιναν πολλά. Αυτή είναι η μια οπτική, η άλλη λέει ότι έγιναν λίγα και όντως, υπάρχουν χώρες-μέλη που δε θα έλεγες ότι βιάζονται να κινηθούν προς αυτή την (καθορισμένη και απαρέγκλιτη, πλέον) κατεύθυνση. Μάλιστα, σε μια από αυτές (το πρώτο γράμμα της είναι «Ε» και η πρωτεύουσά της αρχίζει από «Α») ούτε καν έχει ψηφιστεί η σχετική νομοθεσία, όπως επιβάλλεται από τη συμφωνία… Κι αφού δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο, πώς να υπάρξουν ποινές και πρόστιμα και ό,τι άλλο προβλέπεται, γενικότερα; Απορία ψάλτου, βηξ!
Κι εδώ, ο γράφων δεν μπορεί να μη θυμηθεί τη συζήτηση που είχε -λίγες μόλις εβδομάδες, πριν από την περσινή έναρξη ισχύος του πανευρωπαϊκού κανονισμού- με ανώτατο στέλεχος κρατικού οργανισμού σχετικού με θέματα υγείας που -γεμάτος χαρά, έλαμπε το πρόσωπό του- είχε ανακοινώσει σε «πηγαδάκι» συνεδρίου πως «αυτή την εβδομάδα υπογράφουμε με τον ανάδοχο για το GDPR!»... Στο εύλογο ερώτημά μου, μήπως έχουν αργήσει λιγάκι και ποια θα είναι η δικαιολογία τους προς τις Βρυξέλλες, «αν συμβεί μια στραβή στη βάρδιά τους», γέλασε γεμάτος σιγουριά και με διαβεβαίωσε πως… «δεν πρόκειται να συμβεί απολύτως τίποτα – έχουμε φροντίσει γι’ αυτό!» (κοινώς, πού πας χωρίς νομοθετικό πλαίσιο, ρε Καραμήτρο;)
Κι ενώ αυτά τα όμορφα συμβαίνουν στη χώρα όπου ανθεί φαιδρά πορτοκαλέα, στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν πατήσει γκάζι ώστε να αντισταθμίσουν το «μουδιασμένο» για όλους ξεκίνημα και να βάλουν ακόμα καλύτερα «το νερό στο αυλάκι», σ΄ ό,τι αφορά στον τρόπο με τον οποίο επιχειρήσεις, δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμοί διαχειρίζονται τα (δικά μας, τις περισσότερες φορές) δεδομένα που έχουν στην κατοχή τους… Θέλοντας και μη, πασχίζουν να συμμορφωθούν, καθώς η περίοδος χάριτος μάλλον τελείωσε, η εποχή των συστάσεων ομοίως και τα πρώτα πρόστιμα (κάποια τσουχτερά, ύψους αρκετών εκατομμυρίων, όπως δίνει το δικαίωμα πλέον ο κανονισμός) έπεσαν ήδη, προς μεγάλη χαρά των οικονομικών υπηρεσιών της ΕΕ, που έχουν λαμβάνειν. Πολύ περισσότερο, όταν αυτά συνδυάζονται με το θεάρεστο έργο της προστασίας της ιδιωτικότητας και της προσωπικότητας των πολιτών στις χώρες-μέλη, στο βαθμό που αυτά περνούν μέσα από τα δεδομένα της καθημερινότητάς τους.
Οι πρακτικές του παρελθόντος -με τη σχετική ασυδοσία σ’ ό,τι αφορά στη συγκέντρωση και διαχείριση προσωπικών δεδομένων τρίτων- έχουν δώσει τη θέση τους σε μια ελεγχόμενη (τουλάχιστον, νομικά) συμπεριφορά η οποία έχει συγκεκριμένους κανόνες και ορίζει χρονικές προθεσμίες, πέραν των οποίων τα όποια δεδομένα πρέπει να διαγραφούν. Φυσικά, αυτό όσο εύκολο είναι να το λες, άλλο τόσο δύσκολο είναι να το κάνεις, εξ ου και οι καθυστερήσεις, αφού ο κανονισμός έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις, βάζει νέους ρόλους και προβλέπει νέες διαδικασίες, οι οποίες πρέπει να ενσωματωθούν στο μοντέλο λειτουργίας κάθε επιχείρησης ή οργανισμού που έχει να κάνει με δεδομένα πολιτών, είτε πρόκειται για ένα νοσοκομείο, μια μεγάλη τράπεζα ή ένα μικρό eShop.
Κι όλα αυτά, σε καθεστώς πλήρους διαφάνειας και αφού έχουν ληφθεί όλα τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας που δύσκολα πλέον μπορεί να αποφύγει κανείς, καθώς η ευαισθητοποίηση των πολιτών – καταναλωτών συνεχώς αυξάνει, ενώ δεν λείπουν και οι φορές (όχι αναίτια, ας το παραδεχτούμε) που αυτή φτάνει στα όρια της καχυποψίας, ειδικά σε θέματα επεξεργασίας και πώλησης προσωπικών δεδομένων σε διαφημιστές και όχι μόνο (για να μείνουμε στο αθωότερο).
Βέβαια, όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες «επείγουσες» περιπτώσεις, «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται» καταπώς λέγανε οι παλιοί... Έχουν, δηλαδή, γίνει γνωστές περιπτώσεις κατά τις οποίες άτομα και εταιρίες δίνουν όμορφα χαρτιά με σφραγίδες και υπογράφουν ότι η Χ επιχείρηση ή ο Ψ οργανισμός πληροί τις απαιτήσεις του κανονισμού, συμμορφούται πλήρως με όσα αυτός επιβάλλει κλπ. ή υπόσχονται ότι θα γίνουν τα δέοντα, χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν γνώση του αντικειμένου.
Χρειάζεται, λοιπόν, αφενός προσοχή στις επιλογές μας, αφετέρου ταχύτητα στην υλοποίηση πάντα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, γιατί οι καιροί ου μενετοί…
[social_share googleplus="no" linkedin="yes" whatsapp="no" viber="no"]
Πριν από μερικά χρόνια, θα θυμούνται οι πιο «παλιοί» ότι η τάση ήταν προς την αποκαλούμενη πολυκαναλική προσέγγιση από την πλευρά των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο χώρο της λιανικής. Τι σημαίνει αυτό; Πολύ απλά, ότι διαθέτουν πολλαπλά κανάλια για την πώληση των προϊόντων ή/και των λύσεων τους. Κανάλια που μπορεί να είναι τόσο φυσικά (π.χ. καταστήματα) όσο και ψηφιακά (π.χ. eshop).
Πλέον, όμως, έχουμε περάσει σε μία επόμενη φάση. Αυτή της omnichannel προσέγγισης. Η μετάφραση του συγκεκριμένου όρου στα ελληνικά δεν είναι τόσο απλή όσο το multichannel που μεταφράζεται σε πολυκαναλικό. Ο λόγος είναι πως το omnichannel είναι κάτι που πηγαίνει την πολυκαναλική προσέγγιση ένα βήμα παραπέρα. Γιατί σε αυτήν την περίπτωση δε φτάνει να έχεις πολλαπλά κανάλια διανομής, αλλά έχεις και πολλαπλά κανάλια επαφής και το κυριότερο όλα τα κανάλια θα πρέπει να προσφέρουν το ίδιο επίπεδο εμπειρίας στον πελάτη. Συν ότι θα πρέπει ο πελάτης να αναγνωρίζεται απευθείας.
Το omnichannel ακούγεται πολύ ενδιαφέρον αλλά δεν είναι διόλου απλό στην υλοποίηση του. Κατ’ αρχήν, η επιχείρηση θα πρέπει να ενοποιήσει όλα τα υφιστάμενα κανάλια πωλήσεων της και να μπορεί να ενημερώνει αυτόματα το ένα το άλλο. Αν ένας πελάτης αγοράσει κάτι offline θα πρέπει να ενημερώνεται αυτόματα και το online προφίλ του. Ενδεχομένως, ένα πρόγραμμα loyalty και μία κάρτα να είναι μία λύση.
Επιπλέον, θα πρέπει να υπάρχει κοινή εμπειρία σε όλα τα σημεία επαφής. Αυτά περιλαμβάνουν τόσο τα κανάλια πώλησης όσο και οπουδήποτε αλλού έχει παρουσία η επιχείρηση και έχει διάδραση με τον πελάτη. Για παράδειγμα, αν του αποστέλλει newsletter, αν έχει social media παρουσία, ακόμη και στα έντυπα που του στέλνει ή του δίνει. Η εικόνα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο κοινή.
Ακόμη, ο πελάτης ζητά προσωποποιημένη ενημέρωση, θέλει να μην τον ενοχλείς για πράγματα που δεν τον ενδιαφέρουν. Εδώ είναι που αρχίζουμε να συζητάμε για λύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη και εδώ είναι που αρκετές επιχειρήσεις αρχίζουν να χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους δεδομένου ότι η άσκηση δεν είναι διόλου απλή και χρειάζεται μία αρκετά διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με το παρελθόν.
Πρακτικά, η omnichannel προσέγγιση μπορεί να αποδειχθεί κλειδί για την επιτυχία μίας επιχείρησης αλλά σε πολλές περιπτώσεις απαιτεί έναν μετασχηματισμό εκ μέρους της επιχείρησης που θέλει να την αξιοποιήσει. Και αν ο μετασχηματισμός δεν γίνει όπως πρέπει, τότε τα αποτελέσματα μάλλον θα είναι καταστροφικά για τις πωλήσεις της επιχείρησης και το μέλλον της. Γιατί πολύ απλά, ο πελάτης θέλει την καλύτερη δυνατή εμπειρία και δεν είναι διατεθειμένος να δώσει μία δεύτερη ευκαιρία. Συνδυασμός που μπορεί να αποδειχθεί καταλυτικός.
[social_share googleplus="no" linkedin="yes" whatsapp="no" viber="no"]
Σε μια παλιότερη εποχή θα έλεγα ότι έχουμε ξεφύγει. Σε μία άλλη -πολύ παλιότερη- θα έλεγα ότι είτε πρόκειται για επιστημονική φαντασία, είτε για πλάκα… Τώρα, που έχουν πια δει πολλά τα ματάκια μας, μάλλον δεν με εκπλήσσει αυτό που διάβασα τις προάλλες ότι γίνεται ήδη στον αμερικάνικο παράδεισο της καινοτομίας. Καθήστε να το πω και σ’ εσάς, λοιπόν, γιατί μάλλον δεν κυκλοφόρησε πολύ…
Πριν από ένα και κάτι μήνα, μέσα στον Απρίλιο, οι γνωστοί και μη εξαιρεταίοι New York Times ανακοίνωσαν ότι εξελίσσουν από καιρό συστήματα μηχανικής μάθησης (ούτε οι πρώτοι είναι και, πολύ περισσότερο, ούτε οι τελευταίοι) σε συνδυασμό με ειδικά ερευνητικά εργαλεία, με στόχο να προβλέπουν τα συναισθήματα τα οποία γεννούν στους αναγνώστες διάφορες ιστορίες από το (online βεβαίως – στο χαρτί δεν μπορείς να μετρήσεις αποτελέσματα) περιεχόμενο της εφημερίδας.
ΟΚ, so what? Μη βιάζεστε… Από τα στοιχεία που συγκέντρωνε επί ένα χρόνο, η καλή εφημερίδα κατάφερε να δημιουργήσει μια λίστα από 30 κοινά συναισθήματα, τα οποία λίγο ως πολύ και με διάφορες αφορμές όλοι μας έχουμε νιώσει – το καινοτόμο στην περίπτωση τους είναι ότι 18 από αυτά τα συναισθήματα των αναγνωστών τους, οι ΝΥΤ δήλωσαν ότι τα έχουν… για πούλημα στις διαφημιστικές εταιρίες!
Να το κάνουμε πιο λιανά; Ας πούμε ότι μια διαφημιστική εταιρία θέλει να προωθήσει μια αναλογική ταινία – οι ΝΥΤ θα προσπαθήσουν να ταιριάξουν το υλικό της με ιστορίες που προκαλούν νοσταλγία. Στον αντίποδα, κάποια άλλη διαφήμιση θα μπορούσε να ταιριάξει με ιστορίες που προκαλούν φόβο κ.ο.κ. Αυτά τα 18 συναισθήματα, που ξεκινάνε από τη βαριεστιμάρα και τη χαρά και φτάνουν ως τη διάθεση για αγορές και την αγάπη, με ενδιάμεσους σταθμούς -μεταξύ άλλων- την έμπνευση, την αυτοπεποίθηση, τη νοσταλγία και το μίσος, προφανώς χρειάζονται την επεξεργασία τους, εκ μέρους τόσο της εφημερίδας, όσο και των διαφημιστικών εταιριών, για να «δέσει» η πώληση.
Μάλιστα, οι ΝΥΤ δεν είναι οι μόνοι που βλέπουν αυτή την άγνωστη ως τώρα σχέση κειμένων – διαφημίσεων. Κατά το AdWeek, στον ίδιο χώρο πειραματίζονται αρκετοί, ανάμεσά τους και η USA Today, καθώς οι διαφημιζόμενοι θεωρούν πως το μήνυμά τους «πιάνει περισσότερο τόπο» αν συνδυαστεί με το κατάλληλο πλαίσιο, από πλευράς storytelling. Στα μάτια τους, το συναίσθημα είναι άλλο ένα κρίσιμο στοιχείο που πρέπει να συμπεριλάβουν στους αλγορίθμους τους, με στόχο το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα – βλέπε, το ενδιαφέρον και την αγορά.
Το ερώτημα είναι τί επίδραση μπορεί να έχουν αυτά τα αιτήματα των διαφημιζομένων (και, σε δεύτερο χρόνο, οι απαιτήσεις) στην ύλη μιας εφημερίδας. Δεν μπορώ να μη σκεφτώ, για παράδειγμα, την περίπτωση ενός καλού πελάτη που ζητάει για το διπλανό στη διαφήμισή του άρθρο κάμποση χαρά, με ολίγη νοσταλγία και μια τζουρίτσα γέλιο (for good measure, που λένε κι οι Αμερικάνοι), ώστε να ταιριάζει με ένα συγκεκριμένο αφρόλουτρο, που το άρωμά του θα πρέπει να ανακαλεί στη μνήμη του αναγνώστη την αγνή και όμορφη εποχή που ήταν ακόμα παιδί κ.λπ. κ.λπ...
Αυτό το κατά παραγγελία (και προς οικονομικό όφελος του όποιου ηλεκτρονικού μέσου) γράψιμο ποιος θα το «διεκπεραιώνει»; Γιατί δεν αποκλείω στο μέλλον (σε περίπτωση άρνησης από τους δημοσιογράφους ή και χωρίς αυτήν, για λόγους ευκολίας) το ρόλο αυτό να τον παίζουν υπολογιστικά συστήματα / digital journalists, που εντάσσονται με ολοένα ταχύτερο ρυθμό στη ζωή μας, είτε ενσωματωμένοι στα κινητά μας, είτε ως ανεξάρτητες μονάδες, στα σπίτια μας.
Φυσικά, το καλύτερο απ’ όλα θα ήταν να μας άφηναν στην ησυχία μας, χωρίς κάποιου είδους χειραγώγηση. Να προσπαθούσαν να κερδίσουν τις προτιμήσεις μας με την αξία των προϊόντων ή των υπηρεσιών τους και όχι (κυριολεκτικά σ’ αυτή την περίπτωση) χάρη στα συμφραζόμενα. Όμως, δύσκολα μπορείς να σταματήσεις μια τεχνολογία που έχει ήδη «πάρει μπροστά», πολύ περισσότερο όταν οι εμπλεκόμενοι «μυρίζονται κέρδη»…
[social_share googleplus="no" linkedin="yes" whatsapp="no" viber="no"]
Στο χώρο της τεχνολογίας μας αρέσει να ασχολούμαστε με τις επόμενες τάσεις. Και το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές να εμφανίζονται όροι με τους οποίους ασχολούνται άπαντες σε σημείο που να νομίζεις ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο να ασχοληθείς.
Στο παρελθόν, το έχουμε δει αυτό με το web -πριν από 20 χρόνια με τη «φούσκα» των .com εταιρειών- με τα big data, το cloud και δεκάδες άλλους όρους. Το τελευταίο παράδειγμα είναι η τεχνητή νοημοσύνη (artificial intelligence ή απλά ΑΙ).
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η τεχνολογία για την οποία γίνεται λόγος δεν είναι καν καινούρια. Υπάρχει ήδη, αλλά χρησιμοποιούμε έναν διαφορετικό όρο προκειμένου να γίνει περισσότερο ελκυστική είτε στο ευρύ κοινό είτε στις επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, το cloud ουσιαστικά αποτελεί την εξέλιξη του application service provisioning (ASP) που εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και της άποψης που είχε διατυπωθεί στα μέσα της ίδιας δεκαετίας από την Oracle και τη Sun Microsystems, ότι στο προσεχές μέλλον «υπολογιστής θα είναι το δίκτυο» (network is the computer). Απλά, όταν πρωτοδιατυπώθηκε, η αγορά και οι χρήστες δεν ήταν και τόσο έτοιμοι.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την τεχνητή νοημοσύνη. Το ΑΙ δεν είναι κάτι καινούριο. Εφαρμογές που κινούνται στη λογική του ΑΙ υπάρχουν εδώ και αρκετά χρόνια. Απλά, τώρα οι συνθήκες έχουν ωριμάσει προκειμένου να αρχίσουμε να βλέπουμε περισσότερες πρακτικές εφαρμογές. Για να λειτουργήσει σωστά μία εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης χρειάζεται να την τροφοδοτήσεις με όσο το δυνατόν περισσότερο δεδομένα. Και είναι μάλλον περιττό να αναφερθώ στην ταχύτητα με την οποία αυξάνεται ο όγκος των δεδομένων που παράγονται πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο.
Μία βασική διαφορά, βέβαια, είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει πολύ περισσότερο την καθημερινότητα μας από ότι ίσως νομίζουμε. Γενικότερα, η τεχνολογία έχει μία τάση να μας εκπλήσσει συνέχεια και γι’ αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να κάνει κάποιος προβλέψεις. Θυμάμαι σε ένα διεθνές συνέδριο της Cisco να ακούω έναν ομιλητή να υποστηρίζει ότι μέχρι το 2030 θα έχουν εξαφανιστεί τα smartphones. Είναι προφανές ότι αυτό… ακούστηκε κάπως, αλλά από την άλλη να υπενθυμίσω ότι αν το 2005 έλεγε κάποιος ότι τα κινητά τηλέφωνα με πλήκτρα θα είχαν εξαφανιστεί ουσιαστικά μετά από 10 χρόνια, μάλλον θα τον περνούσαν για υπερβολικό. Οπότε ποτέ δεν ξέρεις…
Πίσω στην τεχνητή νοημοσύνη, όμως. Οι αλλαγές που φέρνει σε επίπεδο αυτοματοποίησης διαδικασιών είναι τρομακτικές. Κάποιους μάλιστα τους τρομάζουν κυριολεκτικά, αλλά να σημειώσω ότι τα περισσότερα σενάρια ταινιών επιστημονικής φαντασίας δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Οπότε, το πιθανότερο σενάριο είναι να υπάρξουν αλλαγές αντίστοιχες με εκείνες που έχουμε δει στο παρελθόν με διάφορες τεχνολογικές εξελίξεις. Απλά, θα χρειαστεί να προσαρμοστούμε σε αυτές τις αλλαγές. Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση να είναι ότι οι αλλαγές πλέον γίνονται αισθητές πολύ πιο γρήγορα σε σχέση με το παρελθόν. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψιν μας.
[social_share googleplus="no" linkedin="yes" whatsapp="no" viber="no"]
Δυο διαφορετικές οπτικές, πάνω στο ίδιο θέμα! Ένα σχόλιο και μια έρευνα – Από τη μια το σχόλιο του καθηγητή Κοινωνικών & Φυσικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Yale, Νικόλα Χρηστάκη, ομιλητή (που, μάλιστα, προκάλεσε αίσθηση με τα λεγόμενά του για τον συνδεδεμένο κόσμο στον οποίο ζούμε) στο πρόσφατο 4ο Microsoft Summit – κι από την άλλη, η πρόσφατη έρευνα του Economist Intelligence Unit, που συμπεραίνει ότι η (αδιάκοπη, πλέον, για εκατομμύρια ανθρώπους) σύνδεσή μας στο Διαδίκτυο είναι αποδεδειγμένα ένας από τους ισχυρότερους «διευκολυντές» σ’ ό,τι αφορά στις κοινωνικές αλλαγές, αλλά και στην οικονομική ανάπτυξη.
Μιλώντας με τον γράφοντα, ο Ελληνοαμερικανός καθηγητής έδωσε τη δική του -μάλλον μετριοπαθή- εκδοχή στο ερώτημα, αν σήμερα είμαστε υπερ-συνδεδεμένοι (ο ίδιος έγραψε, το 2009, μαζί με τον συνάδελφό του, Τζέιμς Φόουλερ, το εξαιρετικό βιβλίο «Συνδεδεμένοι», που εστιάζει ακριβώς στην εκπληκτική δύναμη των κοινωνικών δικτύων και τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνουν τη ζωή μας): «Όλες αυτές οι τεχνολογίες που έχουμε εφεύρει, ο τηλέγραφος, το πιεστήριο, το τηλέφωνο ‘πάτησαν’ σ’ έναν αρχαίο και πρωτόγονο τρόπο ύπαρξης, δεμένο με την εξέλιξή μας, που σταδιακά μας έκανε κοινωνικά όντα – αν τότε ζούσε μόνος σου, δεν θα επιβίωνες, χρειαζόσουν την κοινότητα. Αν ρωτούσες την Ελληνίδα γιαγιά μου, όταν ήταν κοριτσάκι στην Πελοπόννησο, στο γύρισμα του προηγούμενου αιώνα, πόσες φίλες έχει, θα σου έλεγε 1-2 καλές και μ’ άλλες 4-5 κάνω παρέα. Αν ρωτήσω την κόρη μου, την Ελένη, που γυρίζει με το iPhone στην τσέπη έναν αιώνα μετά, θα μου δώσει την ίδια απάντηση. Οι τεχνολογίες δεν αλλάζουν τις θεμελιώδεις αρχές μας… Έχουν αλλάξει, όμως, τέσσερα πράγματα: την κλίμακα, την κοινοτικότητα (communality, o αγγλικός όρος για τη δυνατότητα συν-εργασίας), την εξειδικευμένη αναζήτηση (specificity) και την πραγματική εικόνα κάποιου (virtuality, ήταν ο όρος που χρησιμοποιήθηκε)». Κρατήστε τα αυτά στην άκρη…
Γιατί, έχουμε και την αγγλική έρευνα, η οποία καταπιάνεται με τις διαδοχικές βελτιώσεις / αναβαθμίσεις των δικτύων (και τα αποτελέσματά τους, προφανώς, στην καθημερινότητά μας) από την «παλιά, καλή εποχή» με τα πρωτόγονα modem που ίδρωνες να «πιάσεις γραμμή και να μην πέσει μέσα στα πρώτα λεπτά» ως τις μέρες μας, με τις οπτικές ίνες των σταθερών δικτύων και -σύντομα- με τις εξωπραγματικές δυνατότητες του 5G των ασύρματων επικοινωνιών. Η πρόσβαση στο Διαδίκτυο έχει γίνει μέρος της ζωής μας, στη δουλειά και στο σπίτι, είδος πρώτης ανάγκης και συνταγματικό δικαίωμα – όσο για τις επιχειρήσεις, για εκείνες είναι πια το ίδιο ζωτική με το ρεύμα και το νερό, το φως και τον αέρα, καθώς από αυτήν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η ίδια η λειτουργία τους, ο βαθμός της ανταγωνιστικότητάς τους, η ανάπτυξη, η παραγωγικότητα και η επιτυχία τους.
Ποια θα είναι η επόμενη ημέρα; Ο καθηγητής Χρηστάκης μου ομολόγησε πως τον ανησυχεί η «μοναξιά» των κοινωνικών δικτύων, η ανασφάλεια και η ανάγκη για σύγκριση με τους άλλους, στο πλαίσιο της δικτυακής κοινότητας, που κάποιες φορές μπορεί να καταλήξει ακόμα και στην κατάθλιψη – μου είπε πως έχει κάνει και έρευνα πάνω σ’ αυτό το θέμα… Από την άλλη πλευρά, η επόμενη γενιά των ασύρματων και ασύρματων επικοινωνιών με την εξάπλωση των ινών και του 5G, θεωρείται βέβαιο από τους ειδήμονες ότι θα βοηθήσει να ανέβει πολύ περισσότερο ο πήχης – ουσιαστικά αλλάζει η κατηγορία του άλματος: από το εις ύψος, πάμε στο επί κοντώ, με τις πιο πρόσφατες τεχνολογίες να αναλαμβάνουν το ρόλο του «κονταριού». Μάλιστα, λιγοστεύει διαρκώς και ο χρόνος ανάμεσα στα άλματα, ενώ πολλαπλασιάζονται και τα σκάμματα! Κάθε κλάδος, κάθε βιομηχανία κι ένα σκάμμα, πλέον, καθώς οι ανατροπές είναι πολλές και οι κανόνες του παιχνιδιού ξαναγράφονται από την αρχή…
Ποια πλευρά να πιάσεις τώρα και ποια να αφήσεις; Πώς να έχεις τα καλά, χωρίς τα κακά (έστω, ως ένα βαθμό); Κι εκείνη η έρμη η «χρυσή τομή», που κατοικεί να πάμε να τη βρούμε; Πάλι για δοκιμές (σύστημα trial and error, που λένε στο χωριό της γιαγιάς μου) μας βλέπω, μέχρι να αποκατασταθεί η ισορροπία, όσο κρατήσει κι αυτή… Πού βάλαμε το «κοντάρι», είπαμε;
Ποιός είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για τη δημιουργία μίας «έξυπνης» πόλης; Η δημιουργία των σχετικών υποδομών (π.χ. WiFi κάλυψη των κεντρικών σημείων της πόλης, αλλά και η παροχή των κατάλληλων ψηφιακών εφαρμογών) ή η αλλαγή νοοτροπίας των κατοίκων προκειμένου να αξιοποιήσουν τις ψηφιακές υποδομές που έχουν δημιουργηθεί;
Τα ερωτήματα αυτά άρχισαν να με απασχολούν μετά από μία συζήτηση που είχα με έναν φίλο, ο οποίος, φυσικά, και τάσσεται αναφανδόν υπέρ της «έξυπνης» πόλης, απλά έχουμε μία λίγο διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά το πώς πρέπει να γίνει αυτό.
Η άποψη μου είναι ότι ο σημαντικότερος παράγοντας είναι η αλλαγή νοοτροπίας εκ μέρους όλων των πολιτών. Και κυρίως εκείνων που εργάζονται μέσα σε έναν οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης. Όπως, φυσικά, και των κατοίκων. Γενικότερα, αν δεν αλλάξει η νοοτροπία, δύσκολα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα ορισμένα πράγματα, ιδίως όσον αφορά την αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών. Κάτι που επεσήμανε ο δήμαρχος Τρικκαίων, Δημήτρης Παπαστεργίου στη συζήτηση που είχε με την απεσταλμένη της Huffington Post, στο πλαίσιο ενός πολύ ενδιαφέροντος θέματος για το τι γίνεται στα Τρίκαλα και έχουν εξελιχθεί σε μία πρότυπη πόλη.
Ο λόγος που θεωρώ ότι η αλλαγή νοοτροπίας είναι το κλειδί για την αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών είναι απλός: υποδομές έχουν δημιουργηθεί κατά καιρούς σε πολλές πόλεις. Τα Τρίκαλα ήταν πριν από 15 χρόνια μία από τις πρώτες πόλεις που προσέφεραν σε κατοίκους και επισκέπτες δωρεάν WiFi πρόσβαση στα κεντρικά σημεία της πόλης, αλλά δεν ήταν η μόνη. Χάρη σε διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα, αντίστοιχες δυνατότητες παρείχαν αρκετοί ακόμη δήμοι. Όμως, τις υποδομές αυτές ελάχιστοι τις χρησιμοποιούσαν. Σε συνδυασμό με λάθη στην υλοποίηση αλλά και την αδιαφορία των αρμόδιων παραγόντων, το αποτέλεσμα ήταν οι υποδομές αυτές να απαξιωθούν και να εγκαταλειφθούν.
Το θέμα επανέρχεται στο προσκήνιο λόγω μίας σχετικής πρόσκλησης για χρηματοδότηση από την πλευρά του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής, αλλά και πάλι αναρωτιέμαι αν τελικώς θα μπορέσουν οι δήμοι να αξιοποιήσουν σωστά αυτές τις υποδομές, αν οι κάτοικοι δεν το επιθυμούν. Πολλές φορές, η άρνηση για αλλαγή και για να μάθεις κάτι καινούριο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο που έχουν να αντιμετωπίσουν όσοι καταβάλλουν μία προσπάθεια προκειμένου να κάνουν κάτι διαφορετικό, κάτι καινοτόμο.
Η ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών σε έναν δήμο δεν είναι κάτι που κοστίζει «τρελά» χρήματα. Πολλές φορές, η δημιουργία ενός portal από έναν δήμο που να λειτουργεί σαν οδηγός τόσο για τους πολίτες όσο και για τους επισκέπτες, κοστίζει πολύ λιγότερο από την ανάπλαση της κεντρικής πλατείας του ίδιου δήμου. Και πολλές φορές, η πλατεία έχει ανακατασκευασθεί λίγο πριν τις προηγούμενες δημοτικές εκλογές, οπότε δεν είναι και πρώτη προτεραιότητα να την ξαναφτιάξουμε.
Το θέμα, όμως, είναι ότι το portal δεν είναι πλατεία που τη φτιάχνεις μία φορά και μετά ηρεμείς. Το portal χρειάζεται καθημερινή ενημέρωση με νέες πληροφορίες και στοιχεία. Χρειάζεται οι άνθρωποι του δήμου να κοιτάνε τα αιτήματα που έρχονται ηλεκτρονικά και να απαντάνε σε αυτά. Αντίστοιχα, ένας δήμος μπορεί να διοργανώσει σεμινάρια ψηφιακών δεξιοτήτων για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, αλλά οι τελευταίοι θα πρέπει να πάνε να τα παρακολουθήσουν. Ακόμη και αν δεν τον ψήφισαν τον συγκεκριμένο δήμαρχο. Πολίτες και επιχειρηματίες θα πρέπει να κατανοήσουν ότι αν δεν κατανοήσουν τις ψηφιακές τεχνολογίες και δεν αρχίσουν να τις χρησιμοποιούν, τότε σε μερικά χρόνια θα βρεθούν με μεγάλο μειονέκτημα σε σχέση με άλλους δήμους ή επιχειρήσεις, είτε στην περιοχή τους είτε στην Ελλάδα είτε στον υπόλοιπο κόσμο.
Η αλλαγή νοοτροπίας είναι το κλειδί, πολύ απλά, γιατί αν υπάρξει τότε οι προσπάθειες που θα γίνουν θα έχουν πραγματικό αποτέλεσμα. Και τότε μπορούμε να φθάσουμε να μιλάμε για μία πραγματικά έξυπνη πόλη. Χωρίς εισαγωγικά.
[social_share googleplus="no" linkedin="yes" whatsapp="no" viber="no"]
Όσο να ‘ναι -χρόνια είμαστε στην πιάτσα, πια- κάποια πράγματα τα «μυρίζεσαι» εξαρχής ότι «έχουν ψωμί»! Τα βλέπεις όταν πρωτοεμφανίζονται, τα παρακολουθείς στενότερα όταν αρχίζουν να γίνονται τάση, τα χαίρεσαι εν τω καιρώ της δόξης τους όταν γίνονται καθεστώς και, μοιραία -κάποια στιγμή- αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι και την πτώση τους, όταν σιγά-σιγά παραδίδουν τη θέση τους στις προτιμήσεις του κοινού σε κάτι άλλο, που έρχεται να λύσει μια καινούρια ανάγκη ή να συμπληρώσει τις προηγούμενες. Τα πάντα ρει…
Πότε-πότε, όμως, έρχεται μια μέτρηση, μια έρευνα, ένα άρθρο που σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ακόμα καλύτερα και σαφέστερα πόσο πολύ έχουν προχωρήσει τα πράγματα… Να, όπως συνέβη πριν από λίγες ημέρες, που (ψάχνοντας για κάτι άλλο, είναι αλήθεια), βγήκαν στην οθόνη μου τα αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας της IDC σχετικά με τα ποσά που επενδύουν οι επιχειρήσεις παγκοσμίως, για τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους. Ποιος δεν ξέρει και ποιος δεν μιλάει πια γι’ αυτή την ανάγκη που, ουσιαστικά, αποτελεί τον καταλύτη για να μπουν επιχειρήσεις, φορείς και οργανισμοί σε μια νέα εποχή, αυτή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης. Μόλις πριν από λίγες ημέρες, από αυτήν εδώ τη στήλη, ο Δημήτρης Μαλλάς αναφέρθηκε στον (χρονίζοντα) Ψηφιακό Μετασχηματισμό των ΟΤΑ, μέρες που είναι… Άλλο να το λες, όμως, κι άλλο να βλέπεις ξαφνικά τα (δυσθεώρητα) νούμερα μπροστά σου!
Σύμφωνα με τη γνωστή εταιρία ερευνών IDC, λοιπόν, οι επενδύσεις τις οποίες θα κάνουν φέτος οι απανταχού της Γης επιχειρήσεις (προσέξτε, μιλάμε μονάχα για τις επιχειρήσεις…) για τον ψηφιακό μετασχηματισμό των επιχειρηματικών μοντέλων τους, των προϊόντων και των υπηρεσιών τους θα ξεπεράσουν -κρατηθείτε!- τα 1,18 τρισεκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας αύξηση 17,9% έναντι του αντίστοιχου ποσού του 2018. Αναμένεται, μάλιστα, αυτές οι επενδύσεις να αυξηθούν ακόμα περισσότερο τα αμέσως επόμενα χρόνια – ανώτερο στέλεχος της IDC, εξέφρασε την άποψη ότι μέσα στην επόμενη τετραετία, οι επενδύσεις για DX (αυτή τη συντομογραφία έχουν δώσει στον Ψηφιακό Μετασχηματισμό) μπορεί να φτάσουν αθροιστικά τα 6 τρισ. δολάρια…
Κι αν θέλετε να μάθετε ποιος είναι «ο πιο καλός ο μαθητής», η IDC έχει απάντηση και σ’ αυτό: γερές επενδύσεις σε DX θα γίνουν σε όλους τους τομείς, με αύξηση ανάμεσα σε 15% και 20%, αλλά ειδικά στον χρηματοπιστωτικό τομέα η αύξηση θα είναι ακόμα μεγαλύτερη, φτάνοντας το 20,4% σε ετήσια βάση, μεταξύ 2017 και 2022. Οι κλάδοι που θα επενδύσουν σε απόλυτους αριθμούς περισσότερα χρήματα στον Ψηφιακό Μετασχηματισμό είναι αυτοί που περιλαμβάνουν τη μετάβαση σε μοντέλο smart factory, με ό,τι περιλαμβάνει αυτό από πλευράς ριζικής αλλαγής των διαδικασιών, αλλά και του ελέγχου ποιότητας. Ακολουθεί ο κλάδος της λιανικής κι από κοντά οι μεταφορές και τα professional services. Προφανώς, κάθε κλάδος προωθεί το δικό του, διαφορετικό μίγμα στρατηγικών προτεραιοτήτων, που ξεκινούν από το omni-channel εμπόριο για τη λιανική, περνούν στη βελτιστοποίηση της ψηφιακής εφοδιαστικής αλυσίδας για τις μεταφορές και φτάνουν ως τη διαχείριση και ουσιαστική αλλαγή των χώρων εργασίας για τα professional services.
Η καλή εταιρία ερευνών δίνει και επιμέρους στοιχεία, για το πού ακριβώς πάνε τα λεφτά, τουλάχιστο για φέτος: να, λοιπόν, μια πρώτη κατάταξη (αφήνω τους αγγλικούς όρους, όπως ακριβώς τους αναφέρει, με τα αντίστοιχα ποσά, δίπλα):
- autonomic operations ($52 δισ.),
- robotic manufacturing ($45 δισ.),
- freight management ($41 δισ.),
- root cause ($35 δισ.).
Υπάρχουν, πάντως, κι άλλοι τομείς πάνω από το όριο των 20 δισ. δολαρίων φέτος στους οποίους περιλαμβάνονται οι αυτο-επισκευαζόμενοι μηχανισμοί και η επαυξημένη συντήρηση(!), η έξυπνη και προληπτική διαχείριση για δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και οι δράσεις ελέγχου ποιότητας και συμμόρφωσης.
Όλες αυτές οι τεράστιες επενδύσεις, όμως, έχουν κάποιο αντίκρισμα; φέρνουν αποτέλεσμα; Ναι, βροντοφωνάζει η IDC, προσθέτοντας πως -στο πλαίσιο της έρευνάς τους- σαφώς πλέον προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις που επένδυσαν τα 2-3 τελευταία χρόνια στο DX ήδη δρέπουν τους καρπούς της προσπάθειάς τους: έχει επιταχυνθεί η ανάπτυξή τους, με αύξηση εσόδων και καθαρών κερδών, σε σύγκριση με τις άλλες επιχειρήσεις, που υστέρησαν σε πρωτοβουλίες και επενδύσεις. Μ’ άλλα λόγια… «μπρος στα κέρδη, τι είναι ο πόνος» (των επενδύσεων).
[social_share googleplus="no" linkedin="yes" whatsapp="no" viber="no"]
Εγγραφή στο Newsletter
Θα λαμβάνετε κάθε εβδομάδα τα πιο hot άρθρα στο email σας!
Πρόσφατα άρθρα


Δημοφιλή άρθρα
Categories Menu
Site Menu
Διεύθυνση εταιρείας
Ευμολπιδών 23
118 54, Αθήνα
Γενικές πληροφορίες
info@verticom.gr
(+30) 210 924 55 77