Αυτό που αποκαλούμαι «έξυπνο σπίτι» δεν είναι μία τάση που έκανε πρόσφατα την εμφάνιση της. Αλλά κάτι που συζητιέται έντονα στην αγορά της τεχνολογίας τα τελευταία 15-20 χρόνια.
Απλά, στο παρελθόν αποκαλείτο διαφορετικά: ήταν το ψηφιακό σπίτι (digitalhome) ή το συνδεδεμένο σπίτι (connected home) και όχι ένα smarthome.
Ποια είναι η διαφορά; Ότι στο smarthome πέραν της επικοινωνίας μεταξύ των συσκευών εσωτερικά μέσα στο χώρο του σπιτιού, υπάρχει και διασύνδεση με τον …υπόλοιπο κόσμο συν ότι οι οικιακές συσκευές αποκτούν -χάρη σε εφαρμογές machinelearning-
τη δυνατότητα να προσαρμόζονται αυτόματα στις ανάγκες και απαιτήσεις των μελών του νοικοκυριού. Να γίνονται δηλαδή …έξυπνες.
Η τάση υπήρχε αλλά δεν υλοποιείτο εδώ και χρόνια. Ενδεχομένως, οι συνθήκες να μην είχαν ωριμάσει υπό την έννοια ότι οι καταναλωτές στις αρχές της δεκαετίας του ’00 δεν ήταν τόσο ψηφιακά «εξελιγμένοι» όπως σήμερα που το smartphone δεν φεύγει από τα χέρια τους.
Το smartphone είναι η συσκευή ελέγχου του σπιτιού και αυτό ήταν ένα θέμα για αρκετά χρόνια, καθώς υπήρχε μία «διαμάχη» μεταξύ τηλεόρασης και προσωπικού υπολογιστή.
Οι κατασκευαστές που προέρχονται από το χώρο της εικόνας και του audio έλεγαν ότι θα ήταν η τηλεόραση, εκείνοι από την πληροφορική ότι θα ήταν ο προσωπικός υπολογιστής. Τελικώς, κέρδισε το smartphone.
Κάποια στιγμή φάνηκε ότι το tablet θα μπορούσε να αποκτήσει ρόλο, αλλά η προσωπική μου άποψη είναι ότι αυτό είναι εξαιρετικά -μα πολύ εξαιρετικά- δύσκολο να συμβεί.
Το άλλο πρόβλημα που υπήρχε εξαρχής και το οποίο δεν ήταν ορατό στο ευρύ κοινό ήταν αυτό του οικιακού …server. Δηλαδή, της υπολογιστικής συσκευής εκείνης που θα λειτουργούσε ως κεντρικός κόμβος συγκέντρωσης, διαχείρισης και διανομής των δεδομένων ενός «έξυπνου σπιτιού».
Πρακτικά, πρέπει να υπάρχει ένας κοινός χώρος δεδομένου ότι σε ένα σπίτι κατοικούν περισσότεροι από ένα άνθρωποι, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων τουλάχιστον.
Αυτός ο οικιακός server είτε θα έπρεπε να είναι μία ξεχωριστή συσκευή είτε να ενσωματωνόταν σε κάποια ήδη υπάρχουσα. Και θα έπρεπε να λειτουργεί συνεχώς. Να είναι διαρκώς on.
Ξεχωριστή συσκευή είναι δύσκολο να πουληθεί πλέον, οπότε έπρεπε να βρούμε ποιες από τις υπάρχουσες ηλεκτρονικές συσκευές ενός σπιτιού είναι συνεχώς στο ρεύμα.
Και εκεί ήρθε η έκπληξη, καθώς η μόνη που είναι διαρκώς αναμμένη είναι το …ψυγείο.
Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι και το router είναι συνεχώς στο ρεύμα, αλλά συνήθως εκεί που έχουμε το router δύσκολα θα βάζαμε και έναν server! Την ίδια στιγμή, στο ογκώδες ψυγείο είναι πιο εύκολο αυτό.
Ιδίως αν εμφανίσεις και πάνω στην πόρτα του ψυγείου μία μεγάλη οθόνη και αρχίσεις να προωθείς και μία φιλοσοφία ότι το ψυγείο συνδέεται στο Διαδίκτυο και παραγγέλνει.
Κάτι που μπορεί να γίνει, αλλά η αλήθεια είναι ότι δύσκολα θα προτιμήσεις για να το κάνεις το ψυγείο και όχι το smartphone σου. Ακόμη και αν το κάνει αυτόματα.
Αυτό λοιπόν που βλέπουμε είναι το ψυγείο να αποκτά -και αυτό- υπολογιστικές δυνατότητες. Και να εξελίσσεται και σε χώρο αποθήκευσης -όχι μόνο τροφίμων- αλλά και δεδομένων.
Το ψυγείο θα είναι ο …server του έξυπνου σπιτιού, όπως όλα δείχνουν, και μένει να δούμε τι είδους εφαρμογές θα αρχίσουν να αναπτύσσονται με βάση τη συγκεκριμένη τάση. Όπως και αν θα υπάρξει κάποιο νέο επιχειρηματικό μοντέλο και ιδέα που θα αξιοποιήσει τις νέες δυνατότητες που προκύπτουν.
Η ελληνική αγορά των καταναλωτικών προϊόντων τεχνολογίας (ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη) είναι σε γενικές γραμμές σε κάθοδο, αλλά υπάρχουν ορισμένες κατηγορίες προϊόντων που κινούνται ανοδικά.
Με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις λευκές συσκευές, οι οποίες κινούνται ανοδικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι το γ’ τρίμηνο του 2017 τα προϊόντα που προτίμησαν οι Έλληνες καταναλωτές ήταν πλυντήρια ρούχων αλλά και πιάτων, ηλεκτρικές οδοντόβουρτσες και μηχανές καφέ – ροφημάτων!
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας GfK Temax, οι πωλήσεις καταναλωτικών προϊόντων τεχνολογίας ανήλθαν στα 469 εκατ. ευρώ για το τρίμηνο Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 2017, στα ίδια ακριβώς επίπεδα με το γ’ τρίμηνο της προηγούμενης χρονιάς.
Σε επίπεδο 9μηνου, όμως, υπήρξε μία πτώση της τάξεως του 2,5% στα 1,311 δισ. ευρώ.
Από τις «μεγάλες» κατηγορίες μόνο αυτή των μεγάλων οικιακών συσκευών παρουσιάζει ανοδικές τάσεις: +4,5% στα 126 εκατ. ευρώ το γ’ τρίμηνο και +3,9% στα 333 εκατ. ευρώ σε επίπεδο 9μηνου.
Σύμφωνα με την GfK, η άνοδος αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στις αυξημένες πωλήσεις στα πλυντήρια ρούχων κατά κύριο, ενώ ενισχυμένες ήταν και οι πωλήσεις στα πλυντήρια πιάτων, στις κουζίνες και στους απορροφητήρες.
Αντίθετα, στην κατηγορία των «ηλεκτρονικών καταναλωτικών αγαθών» η συνεχιζόμενη πτώση στις πωλήσεις τηλεοράσεων παρέσυρε όλη την κατηγορία (-2,1% στα 71 εκατ. ευρώ στο γ’ τρίμηνο και -4,5% στα 210 εκατ. ευρώ στο 9μηνο) παρά την άνοδο που παρατηρήθηκε στις κονσόλες παιχνιδιών και στα φορητά ασύρματα ηχεία.
Σχετικά ικανοποιητική χαρακτηρίζεται και η εικόνα στις μικρές συσκευές με +0,7% στα 106 εκατ. ευρώ στο 9μηνο και -0,9% στα 36 εκατ. ευρώ στο γ’ τρίμηνο. Οι ηλεκτρικές οδοντόβουρτσες εμφανίζουν θετικό πρόσημο όπως και οι μηχανές καφέ, ενώ πτωτικά κινείται η κατηγορία του σίδερου.
Είναι προφανές ότι η αγορά συγκρατείται από τις πωλήσεις των λευκών συσκευών, οι οποίες είναι οι μόνες που κινούνται -έστω και λίγο- ανοδικά. Ο λόγος, βέβαια, είναι πολύ απλός: είναι πιο εύκολο να επιβιώσεις χρησιμοποιώντας έναν υπολογιστή που «σέρνεται» παρά αν το ψυγείο ή το πλυντήριο ρούχων χαλάσει.
Είναι θέμα προτεραιότητων και καθημερινότητας. Τηλεόραση βλέπεις ακόμη και αν δεν έχεις το τελευταίο μοντέλο με δυνατότητα αναπαραγωγής 4Κ περιεχομένου. Αν, όμως, το πλυντήριο δεν δουλεύει, είναι λίγο δύσκολο να αρχίσεις να πλένεις σε σκάφη!
Γενικότερα, οι Έλληνες καταναλωτές δείχνουν να έχουν διαμορφώσει τις προτεραιότητες του αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι βλέπεις ότι συνεχίζουν να κάνουν και ορισμένες κινήσεις που έχουν να κάνουν με τη βελτίωση της καθημερινής ζωής τους.
Όπως, για παράδειγμα, ότι αγοράζουν μηχανές καφέ ή αποκτούν παιχνιδομηχανές καθώς και το gaming είναι σε άνοδο.
Όπως λέει και μία παροιμία, η φτώχεια θέλει καλοπέραση.
Είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα έχουμε ουκ ολίγες ιδιαιτερότητες όσον αφορά τις αγοραστικές συνήθειες μας. Κατά την προσωπική άποψη μου, αυτή που δεν έχω καταλάβει είναι εκείνη της αντικαταβολής ως βασικού μέσου για τις αγορές μέσω ηλεκτρονικών καταστημάτων!
Αφορμή για αυτό το σημείωμα είναι η καμπάνια που ξεκίνησαν o GRECAμε τη MasterCard για την προώθηση της χρήσης των καρτών (χρεωστικών, πιστωτικών ή προπληρωμένων) όσον αφορά τις αγορές online.
Διότι στην Ελλάδα, η αντικαταβολή παραμένει -ακόμη και μετά τα capital controls- ως η πιο δημοφιλής μέθοδος πληρωμής για αγορές μέσω Διαδικτύου.
Πριν τα capital controls, θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπήρχε μία λογική όσον αφορά στη χρήση της αντικαταβολής ως μεθόδου πληρωμών.
Ας μην ξεχνάμε ότι τότε ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων δεν είχε πιστωτική κάρτα και για πολλούς από όσους είχαν χρεωστική κάρτα ήταν αδιανόητο να την χρησιμοποιήσουν για αγορές είτε σε φυσικά είτε σε ηλεκτρονικά καταστήματα.
Βέβαια, είμαστε και μία χώρα όπου τις πρώτες ημέρες των capital controls, υπήρχαν άνθρωποι που περίμεναν για αρκετή ώρα σε ένα ΑΤΜ έξω από ένα σούπερ μάρκετ για να πάρουν χρήματα και να πάνε μέσα και να ψωνίσουν με μετρητά!
Η απόλυτη ελληνική παράνοια.
Πολλοί είναι, βέβαια, εκείνοι που θα υποστηρίξουν ότι οι συναλλαγές με κάρτες online δεν είναι ασφαλείς.
Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, οι συγκεκριμένοι άνθρωποι είναι οι ίδιοι που στο Facebook και στο Instagram ανεβάζουν συνεχώς φωτογραφίες που αναφέρουν που είναι και τι κάνουν, ενώ γενικότερα «ποστάρουν» κάθε είδους στοιχείο που μπορεί να χαρακτηριστούν ως προσωπικά δεδομένα και είναι εκείνα για τα οποία ενδιαφέρονται ουκ ολίγοι κυβερνοεγκληματίες.
Σίγουρα υπάρχουν περιπτώσεις κλοπής στοιχείων καρτών και πραγματοποίησης συναλλαγών από «τρίτους». Όμως, τα κρούσματα έχουν περιορισθεί σημαντικά και οι δικλείδες ασφαλείας που υπάρχουν είναι πλέον πάρα πολλές.
Όλες οι τράπεζες αλλά και οργανισμοί όπως η Visa, η Master Cardκαι η American Express, προσφέρουν επιπλέον επίπεδα ασφάλειας για όποιον το επιθυμεί.
Υπάρχουν, επίσης, ηλεκτρονικά πορτοφόλια όπως το MasterPass, το PayPal ή το VivaWallet για να είσαι ακόμη πιο ασφαλής. Προφανώς, όλα αυτά είτε δεν τα ξέρουν οι Έλληνες είτε τα θεωρούν και αυτά ότι είναι επισφαλή.
Και προτιμούν να έχουν τα επιπλέον χρήματα πάνω τους προκειμένου να πληρώσουν τον courier που θα φέρει στο σπίτι το προϊόν που έχουν παραγγείλει.
Υπάρχει, βέβαια, και ένα άλλο ζήτημα που έχει να κάνει με τις «απατεωνιές» που υπάρχουν στο Διαδίκτυο και τις αγορές προϊόντων από ηλεκτρονικά καταστήματα που δεν υπάρχουν.
Όπου και εκεί υπάρχουν πλέον αρκετές δικλείδες ασφαλείας. Για να μην αναφέρω το προφανές που είναι πως την πρώτη φορά που θα επισκεφθείς ένα κατάστημα, μία γρήγορη περιήγηση μέσα στις σελίδες του θα σου δείξει αν πρέπει να ανησυχείς ή όχι.
Αλλά στην Ελλάδα ούτε αυτό μετρά. Οπότε καταλήγουμε στο άλλο άκρο και το μόνο που τελικώς πετυχαίνουμε είναι να κάνουμε τη ζωή μας λίγο πιο δύσκολη. Γιατί κατά την άποψη μου, η αντικαταβολή δεν νομίζω ότι κάνει τη ζωή μας και τις συναλλαγές πιο εύκολες. Μάλλον το αντίθετο.
Τα τελευταία χρόνια, οι κατασκευαστές ψηφιακών τεχνολογιών έχουν αποφασίσει να κάνουν όλες τις συσκευές πιο …έξυπνες.
Το αποτέλεσμα είναι να μιλάμε για smartphones, smartTVs, smartcars, smarthome κ.ά. Μέχρι τώρα, η εξυπνάδα συνίστατο στην δυνατότητα σύνδεσης στο Διαδίκτυο αλλά σταδιακά βλέπουμε ότι η απλή παροχή πρόσβασης στο Internet δεν είναι το μόνο στοιχείο εξυπνάδας των συσκευών.
Και ένα από τα ζητούμενα είναι να έχουν αρκετή εξυπνάδα ώστε να μπορούμε να αλληλεπιδρούμε μαζί τους με περισσότερο φυσικούς τρόπους.
Η προσπάθεια αυτή έχει φέρει στο προσκήνιο ορισμένες νέες τάσεις, όπως είναι το αποκαλούμενο machinelearning (εκμάθηση μηχανών σε μία πιο ελεύθερη μετάφραση), το οποίο αρκετοί συγχέουν με την τεχνητή νοημοσύνη (artificialintelligence).
Όμως, το machine learning είναι μία τεχνική που χρησιμοποιείται για να αναπτυχθούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Και η τεχνητή νοημοσύνη είναι η επιστήμη που προσπαθεί να κάνει πιο έξυπνες τις μηχανές.
Επιπλέον, η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη ρομποτική. Και αυτό γιατί δεν είναι μόνο τα ρομπότ που μπορεί να είναι έξυπνα, αλλά κάθε είδους μηχανή.
Όσον αφορά τον στόχο, αυτός δεν είναι άλλος από το να γίνει η καθημερινότητα πιο εύκολη.
Μία βασική αλλαγή που συνίσταται είναι ότι πλέον επιδιώκεται να προγραμματιστούν οι μηχανές χρησιμοποιώντας παραδείγματα και μέσω μίας διαδικασίας συνεχούς εκπαίδευσης, στην οποία βασικό ρόλο παίζει η ανάπτυξη και χρήση των αποκαλούμενων νευρωνικών δικτύων, τα οποία προσομοιάζουν τον ανθρώπινο εγκέφαλο.
Η παραδοσιακή μέθοδος προγραμματισμού είναι αυτή που γίνεται με τη θέσπιση αυστηρών και απαράβατων κανόνων, η οποία, όμως, περιορίζει τις επιλογές προσαρμογής και εκμάθησης.
Πρακτικά, το machine learning έχει αρχίσει να χρησιμοποιείται εδώ και πολλά χρόνια από εταιρείες πληροφορικής και ενδεχομένως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα να είναι ο υπολογιστής DeepBlue που κέρδισε τον παγκόσμιο πρωταθλητή στο σκάκι, Γκάρι Κασπάροφ, στα μέσα της δεκαετίας του ’90.
Όμως, μόλις τα τελευταία χρόνια έχουμε αρχίσει να βλέπουμε εφαρμογές και υπηρεσίες, οι οποίες αφενός είναι περισσότερο έξυπνες.
Τέτοιου είδους εφαρμογές είναι το GoogleTranslate για τη μετάφραση σε διαφορετικές γλώσσες, το GooglePhotos που προσφέρει τη δυνατότητα να αναζητήσει κανείς ποιο μέρος αφορά μία φωτογραφία ή τις «έξυπνες απαντήσεις» στο Gmail όπου η εφαρμογή προετοιμάζει κάποιες συγκεκριμένες απαντήσεις, βασιζόμενη στο τι έχει κάνει μέχρι τώρα ο χρήστης.
Πρακτικά, οι εφαρμογές αυτές προσπαθούν να προβλέψουν τι θα κάνει ο χρήστης και προσφέρουν τις αντίστοιχες επιλογές.
Παράλληλα, η Google, η Amazon, η Samsung, η Microsoft και άλλοι κολοσσοί επιδιώκουν να προσφέρει τη δυνατότητα για περισσότερο φυσικούς τρόπους αλληλεπίδρασης με τη φωνή να παίζει -τουλάχιστον σε αυτή τη φάση- τον σημαντικότερο ρόλο.
Για παράδειγμα, η Google έχει εντάξει σε πολλές εφαρμογές τη δυνατότητα ο χρήστης να μιλά αντί να γράφει και η εφαρμογή να τον καταλαβαίνει με αρκετά μεγάλο ποσοστό επιτυχία ακόμη και στα ελληνικά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο 20% των αναζητήσεων που γίνονται στο google.com μέσω φορητών συσκευών οι χρήστες χρησιμοποιούν τη φωνή τους, δείγμα ότι οι καταναλωτές προτιμούν αυτό τον τρόπο επικοινωνίας.
Και μπορεί ακόμη οι σχετικές εφαρμογές να μην είναι τέλειες, αλλά σταδιακά θα βελτιώνονται και δεν είναι μακριά η ημέρα που απλά θα μιλάμε στο κινητό μας και σε οποιαδήποτε άλλη συσκευή και αυτή θα ακολουθεί τις οδηγίες μας.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 όταν το Διαδίκτυο άρχισε να αποκτά μία κρίσιμη μάζα χρηστών και να δείχνει ότι θα είναι ένας παράγοντας σημαντικών αλλαγών κυριολεκτικά για τα πάντα, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που θα έλεγαν ότι μετά από 20 χρόνια θα είχαμε φθάσει στο σημείο ώστε μία συσκευή στην παλάμη του χεριού μας θα ήταν ικανή για τόσο πολλά πράγματα.
Ενδεχομένως και πριν από 10 χρόνια, ελάχιστοι να ήταν εκείνοι που θα πίστευαν ότι το 2017 το smartphone θα έφθανε στο σημείο να αποτελεί βασικό κομμάτι της καθημερινότητας μας, τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο, και θα ήταν ο λόγος που τα επιχειρηματικά μοντέλα σε κλάδους όπως ο χρηματοπιστωτικός, ο τουριστικός αλλά και αυτός των μεταφορών θα είχαν αλλάξει τόσο ριζικά.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, είναι πως ακόμη βρισκόμαστε στην απαρχή αυτής της ψηφιακής εποχής. Και ο λόγος είναι πως τώρα αρχίζουμε να βλέπουμε τα πρώτα δείγματα των δυνατοτήτων που μπορεί να προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη (artificialintelligence – AI).
Μπορεί πολλοί να σκέφτονται τις ουκ ολίγες ταινίες και βιβλία επιστημονικής φαντασίας όπου η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται σε εφιάλτη για την ανθρωπότητα, όμως, η πραγματικότητα είναι πως είναι και ο λόγος που η ζωή μας γίνεται πιο εύκολη. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και συμβιβασμοί.
Οι ψηφιακές συσκευές γίνονται όλο και πιο έξυπνες καθώς αξιοποιούν τα δεδομένα που παράγουμε και φθάνουν στο σημείο να μας κάνουν προτάσεις σχεδόν για οτιδήποτε.
Παράλληλα, οι λύσεις τεχνητής νοημοσύνης έχουν αρχίσει να αυτοματοποιούν όλο και περισσότερες διαδικασίες και καθημερινές εργασίες, οι οποίες στο παρελθόν χρειάζονταν ανθρώπινο χέρι για να πραγματοποιηθούν.
Τα ρομπότ κάνουν δυναμική εμφάνιση σε εργοστάσια και σε άλλους τομείς. Τα αυτόνομα οδηγούμενα αυτοκίνητα δεν αποτελούν σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά είναι κάτι που θα δούμε να γίνεται πραγματικότητα τα επόμενα 10 χρόνια.
Οι τεχνολογικές εξελίξεις τρέχουν με απίστευτους ρυθμούς.
Τα επόμενα 20 χρόνια μάλλον θα δούμε περισσότερες εξελίξεις και αλλαγές από εκείνες που είδαμε τα προηγούμενα 20 χρόνια και δύσκολα θα υπάρξει κάποιος τομέας της καθημερινότητας μας ή της οικονομίας που δεν θα επηρεαστεί σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε το 2037 θα κοιτάζουμε πίσω προς το 1997 και θα αναρωτιόμαστε πως ήταν δυνατό να λειτουργούμε με τον τρόπο που λειτουργούσαμε.
Ένα ερώτημα είναι, βέβαια, πόσο εύκολο θα είναι να προσαρμοστούμε όλοι εκείνοι που τώρα διανύουμε την 4η δεκαετία της ζωής μας, έχουμε προλάβει την αναλογική εποχή, και το 2037 ενδεχομένως δεν θα έχουμε βγει καν στη σύνταξη.
Και ένα δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσον οι εξελίξεις αυτές θα βελτιώσουν πραγματικά την καθημερινότητα μας. Αλλά, ίσως να μην χρειάζεται να είμαστε τόσο απαισιόδοξοι. Οι σεναριογράφοι τη δεκαετία του ’60 και του ’70 ήταν αρκετά απαισιόδοξοι για τον 21ο αιώνα.
Και σχεδόν όλες οι προβλέψεις τους έπεσαν έξω. Οπότε είναι πιθανό και οι καταστροφολόγοι της τρέχουσας δεκαετίας, επίσης, να αποδειχθούν ότι δεν καταλάβαν προς τα πού κινείται ο κόσμος.
Είναι κάτι που όσοι παρακολουθούμε την τηλεπικοινωνιακή αγορά περιμέναμε με αγωνία, εδώ και πολύ καιρό: την έναρξη της εμπορικής διάθεσης ευρυζωνικών συνδέσεων με ταχύτητες που θα ξεκινούν από τα 100 Mbpsκαι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φθάνουν ακόμη και το 1 Gbps!
Οι τρεις μεγάλοι πάροχοι (Cosmote, Vodafone, Wind) βρίσκονται σε φάση υλοποίησης των σχετικών επενδύσεων και μέσα στο 2017 αναμένεται να ξεκινήσει η διάθεση των πρώτων πακέτων.
Αν παράλληλα ξεκινήσει και η επιδότηση που προωθεί το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, τότε τα νέα θα είναι ακόμη καλύτερα.
Όμως, τις τελευταίες ημέρες δεν είναι λίγοι οι φίλοι που με ρωτούν αν θα αξίζει πραγματικά να πληρώσουν κάποια ευρώ παραπάνω προκειμένου να αποκτήσουν μία σύνδεση των 100 ή των 200 Mbps.
Ή πολύ περισσότερο αν έχει νόημα να φέρουν οπτική ίνα μέχρι το σπίτι ή το γραφείο τους. «Τόσο μεγάλη θα είναι η διαφορά;» είναι η ερώτηση που μου κάνουν.
Η απάντηση είναι πολύ απλή: «Ναι, η διαφορά είναι πολύ μεγάλη και αξίζει να πληρώσεις παραπάνω».
Ένας αγαπημένος φίλος και δημοσιογράφος έχει μία θεωρία εδώ και αρκετά χρόνια: το Διαδίκτυο είναι σαν τους αυτοκινητόδρομους, όσο μεγάλο και αν κάνεις τον δρόμο, αυτοκίνητα για τον γεμίσουν θα βρεθούν.
Στο Διαδίκτυο, όσο πιο υψηλές είναι οι ταχύτητες, τόσο καλύτερη είναι η εμπειρία. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο videoκαι στο online gaming. Ακόμη και στο απλό «σερφάρισμα», υψηλότερες ταχύτητες κάνουν καλύτερη την εμπειρία.
Όσον αφορά στους οικιακούς καταναλωτές, ένα μεγάλο πρόβλημα είναι ότι πλέον υπάρχουν πολλαπλές συσκευές που είναι συνδεδεμένες και θέλουν χωρητικότητα.
Θες να δεις Netflix την ίδια ώρα που τα παιδιά παίζουν online με τους φίλους τους; Καλύτερα να το ξανασκεφτείς αν έχεις μία απλή ADSLσύνδεση.
Ακόμη και με VDSL στα 50 Mbps, η κατάσταση δεν είναι ότι καλύτερο μπορείς να σκεφτείς.
Και δεν συζητάω καν το ενδεχόμενο να χρειάζεται να «κατεβάσεις» κάποια μεγάλα αρχεία που χρειάζεσαι επειγόντως για τη δουλειά σου.
Το ίδιο ισχύει, φυσικά, και για το γραφείο, αν μιλάμε για μία μικρή επιχείρηση με 5-10 εργαζόμενους. Μία ADSL σύνδεση απλά δεν φθάνει. Θες κάτι πιο γρήγορο και ανάλογα με την ενασχόληση σου, ούτε τα 100 Mbps δεν είναι αρκετά.
Ειδικά για εταιρείες που κινούνται στο δημιουργικό κομμάτι και χρειάζεται να διακινήσουν μεγάλα αρχεία, ίσως η καλύτερη λύση να είναι μία σύνδεση οπτικών ινών.
Ο λόγος είναι η πολύ μεγάλη ταχύτητα στην αποστολή δεδομένων, ένας παράγοντας που πολλές φορές ξεχνάμε. Σκεφτείτε πόσο καθυστερεί να «ανέβει» στο WeTransfer, στο Dropbox ή στο OneDrive ένα μεγάλο αρχείο μερικών εκατοντάδων MBs και θα καταλάβετε τι εννοώ.
Και υπάρχουν ουκ ολίγες περιπτώσεις που χρειάζεται η αποστολή τόσο μεγάλων αρχείων.
Σε γενικές γραμμές, οι αυξημένες ταχύτητες σύνδεσης μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να βελτιώσουν την εμπειρία στη χρήση των ψηφιακών τεχνολογιών εντός του σπιτιού.
Και αυτό είναι κάτι που αξίζει να το πληρώσεις κάτι παραπάνω. Η διαφορά θα είναι πολύ μεγάλη. Αντίστοιχη με εκείνη όταν από μία σύνδεση στα 56 Kbps πήγαμε στα 384Kbps των πρώτων ADSL συνδέσεων.
Θες κάτι εκτός από ένα smartphone και ένα πληκτρολόγιο;
Ένα από τα βασικά «προβλήματα» που αντιμετωπίζουμε όσοι θέλουμε να μπορούμε να εργαστούμε οπουδήποτε και αν βρισκόμαστε είναι το …μέγεθος του φορητού υπολογιστή που καλούμαστε να έχουμε μαζί μας.
Ακόμη και ένα μηχάνημα με οθόνη των 11 ιντσών να έχεις, χρειάζεσαι πρακτικά να κουβαλάς ένα backpack. Και το ερώτημα είναι πόσο πιο ελαφρύ μπορείς να κάνεις το φορτίο που κουβαλάς;
Η απάντηση είναι πως μπορεί να το μειώσεις σημαντικά, πολύ απλά σταματώντας να κουβαλάς το laptop! Και αν αναρωτιέστε, πως το υποκαθιστάς (σ.σ. προσοχή, δεν κάνω λόγο για αντικατάσταση αλλά για υποκατάσταση) είναι εξίσου απλό: με το smartphone σου και ένα ασύρματο πληκτρολόγιο!
Η εξέλιξη της τεχνολογίας είναι τέτοια όπου πρακτικά ένα smartphone της υψηλής κατηγορίας έχει την υπολογιστική ισχύ που είχε ένα αντίστοιχης τιμής laptop πριν από 2-3 χρόνια.
Και για τη συντριπτική πλειοψηφία των χρηστών, αυτή η υπολογιστική ισχύ είναι κάτι παραπάνω από αρκετή.
Με ένα ασύρματο πληκτρολόγιο γίνεται πολύ πιο εύκολη η εισαγωγή δεδομένων, οπότε γιατί να μην υποκαταστήσεις τον φορητό υπολογιστή σου με έναν συνδυασμό smartphone–ασύρματου πληκτρολογίου;
Προσωπικά, το έχω ήδη κάνει και για να είμαι ειλικρινής είναι εξαιρετικά πρακτικό όταν κινείσαι εκτός σπιτιού ή γραφείου στη διάρκεια της ημέρας και δεν είσαι βέβαιος αν θα χρειαστείς να γράψεις ένα κείμενο (στη δική μου την περίπτωση) ή να στείλεις 3-4 emails.
Ακόμη και σε ταξίδι 2 ημερών, μπορείς να κάνεις μία χαρά τη δουλειά σου. Υπάρχει, φυσικά, ένα μειονέκτημα που δεν είναι άλλο από το μέγεθος της οθόνης αλλά δεν μπορείς να τα έχεις όλα δικά σου.
Συν ότι και αυτό το πρόβλημα μπορεί να λυθεί λόγω των νέων μοντέλων χρήσης που κάνουν την εμφάνιση τους.
Ποια είναι αυτά τα μοντέλα; Ένα πρώτο παράδειγμα ήταν το Continuum της Microsoft και ένα δεύτερο το πιο πρόσφατο DEX της Samsung.
Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με ένα κουτί μικρού μεγέθους, στο οποίο συνδέεις μία οθόνη και ένα πληκτρολόγιο. Και στη συνέχεια κουμπώνεις το smartphone σου.
Στην πρώτη περίπτωση, έπρεπε να είναι ένα WindowsMobile 10 smartphone, τα οποία δεν υπάρχουν πια, στη δεύτερη χρειάζεται κάποιο «ακριβό» Samsung, ήτοι GalaxyS8 ή Note 8.
Το αποτέλεσμα είναι ότι το περιεχόμενο του κινητού προβάλλεται απευθείας στην συνδεδεμένη οθόνη και προσαρμόζεται και σε αυτήν, ενώ υπάρχουν και ειδικές εφαρμογές.
Ουσιαστικά, μετατρέπεις το smartphone σου και σε φορητό υπολογιστή.
Πρακτικά, μιλάμε για ένα νέο μοντέλο χρήσης, το οποίο, εκμεταλλεύεται, φυσικά και το cloud καθώς όλα τα αρχεία σου είναι στο «σύννεφο» και είναι προσβάσιμα και από το smartphone σου.
Φανταστείτε μία εταιρεία που αντί να δώσει φορητούς υπολογιστές στους εργαζόμενους της τους δίνει ένα smartphone και έχει σταθμούς εργασίας με οθόνη και πληκτρολόγιο. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μοντέλο, το οποίο θα πρέπει να δούμε πως θα εξελιχθεί.
Το μόνο σίγουρο είναι πάντως ότι πολλοί χρήστες θα το ήθελαν αν κρίνω από το πόσος κόσμος με ρωτά πως έχω καταφέρει και έχω υποκαταστήσει το laptop μου όταν είμαι εκτός γραφείου.
Αν σας έλεγε κανείς πριν από μερικά χρόνια ότι στο άμεσο μέλλον οι καταναλωτές θα προτιμούσαν το smartphone τους για να κάνουν τις αγορές τους, μάλλον θα τον περνούσατε για τρελό.
Και ο βασικός λόγος για να φθάσετε σε αυτόν τον χαρακτηρισμό θα ήταν η οθόνη και η υπολογιστική ισχύ του smartphone.
Πλέον, όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική και με την οθόνη στις 6 ίντσες και την υπολογιστική ισχύ αντίστοιχη με εκείνη ενός μέσου laptop του 2013, είναι προφανές ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα στο smartphone σου. Ακόμη και τις αγορές σου.
Το μεγάλο πλεονέκτημα του smartphone είναι πως το έχεις μαζί σου παντού.
Και πλέον κάνεις τα πάντα με αυτό. Οπότε, γιατί να μην αγοράσεις και ότι θες, δεδομένου κιόλας ότι οι τιμές που θα βρεις στα ηλεκτρονικά καταστήματα.
Συν ότι δεν είναι μακριά η ημέρα που θα μπορείς να πιστοποιείς τα στοιχεία σου σε μία αγορά μέσω smartphone χρησιμοποιώντας το δακτυλικό αποτύπωμα σου ή το πρόσωπο σου!
Το μεγάλο ζήτημα είναι πως τα ηλεκτρονικά καταστήματα θα πρέπει να προσφέρουν τη σωστή εμπειρία στους επισκέπτες τους.
Τι σημαίνει αυτό; Κατ’ αρχήν ότι το site θα πρέπει να είναι responsive και να προσαρμόζεται στην οθόνη της συσκευής που χρησιμοποιεί ο καταναλωτής.
Αν το site δεν είναι responsive, τότε μην έχετε και πολλές ελπίδες γιατί η εμπειρία θα είναι κάτι παραπάνω από απογοητευτική. Και αυτό μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην επισκεψιμότητα της desktop έκδοσης.
Θα αναρωτηθεί βέβαια κάποιος: υπάρχουν ακόμη non responsive sites; Υπάρχουν και μάλιστα πολλά και σε αρκετές περιπτώσεις δεν το ξέρουν καν οι ιδιοκτήτες τους γιατί πολύ απλά δεν δοκίμασαν ποτέ να μπουν από το smartphone τους!
Αν ξεπεράσουμε τον σκόπελο του responsive, τότε το mobile commerce είναι μία ευκαιρία για μία διαφορετική εμπειρία. Αν το e-shop σας είναι αρκετά «έξυπνο» μπορεί να γνωρίζει που βρίσκεται ο χρήστης και ενδεχομένως να κάνει σχετικές προτάσεις.
Κάτι που μπορεί να λειτουργήσει εξαιρετικά σε περιπτώσεις εταιρειών με φυσική αλλά και online παρουσία.
Επίσης, μεγάλη βελτίωση μπορεί να υπάρξει και στο θέμα των πληρωμών. Ο καταναλωτής είναι βέβαιο ότι δεν του αρέσει να συμπληρώνει συνεχώς τα στοιχεία αποστολής και τα στοιχεία της κάρτας του.
Το πρώτο θέμα λύνεται με την εγγραφή του ως μέλος του e-shop.
Για το δεύτερο μία λύση που αρχίζει να γίνεται όλο και πιο δημοφιλής είναι αυτή των ψηφιακών πορτοφολιών, όπως, για παράδειγμα, το MasterPass, όπου και πάλι χρειάζεται να πληκτρολογήσει όνομα και κωδικό.
Αν έμπαινε, όμως, με το δακτυλικό αποτύπωμα του ή μέσω αναγνώρισης προσώπου; Μήπως η διαδικασία γίνεται εξαιρετικά απλή και γρήγορη; Φυσικά και ναι, και φυσικά αυτό είναι ήδη εφικτό.
Απλά, δεν το προσφέρουν και πολλά καταστήματα.
Σε γενικές γραμμές, το mobile commerce είναι πιο κοντά απ’ όσο νομίζετε και καλό θα ήταν όσοι έχετε e-shops να αρχίσετε να σκέφτεστε τι πρέπει να κάνετε προκειμένου να μη βρεθείτε προ εκπλήξεων στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον.
Και ενδεχομένως θα πρέπει να επιταχύνετε τις σχετικές διαδικασίες.
Το ηλεκτρονικό εμπόριο παρουσιάζει εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς.
Όπως δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι ένας από τους βασικούς λόγους -πέραν της ευκολίας της παραγγελίας από την άνεση του σαλονιού του σπιτιού σου όποια στιγμή της ημέρας και της εβδομάδας θες- είναι και οι χαμηλότερες τιμές που προσφέρουν τα online καταστήματα.
Και επειδή η τιμή είναι ένα βασικό μέσο προσέλκυσης πελατών βλέπουμε τα περισσότερα e-shops να ανταγωνίζονται μεταξύ τους ποιο θα προσφέρει την χαμηλότερη τιμή για ένα προϊόν.
Όμως, τελικώς, οι χαμηλές τιμές είναι το κλειδί της επιτυχίας για ένα πετυχημένο e-shop;
Πολλοί θα απαντήσουν καταφατικά στην παραπάνω ερώτηση. Προσωπικά, όμως, θα απαντούσα αρνητικά σε αυτή την ερώτηση. Και πριν σκεφτείτε οτιδήποτε, ο λόγος που απαντώ αρνητικά έχει να κάνει με το επίθετο «χαμηλές».
Κατά την άποψη μου, ένα e-shop θα πρέπει να έχει «ανταγωνιστικές» τιμές. Αλλά οι ανταγωνιστικές τιμές δεν είναι πλέον το μόνο ζητούμενο για τους καταναλωτές, οι οποίοι πλέον είναι πολύ προσεκτικοί.
Η χαμηλή τιμή είναι ένας τρόπος για να προσελκύσει νέους πελάτες οποιοδήποτε ηλεκτρονικό κατάστημα. Όμως, αν η εμπειρία που προσφέρει δεν είναι η κατάλληλη, τότε η χαμηλή τιμή δεν είναι αρκετή.
Πολλοί καταναλωτές αρχίζουν πλέον και προσέχουν πολλές ακόμη παραμέτρους. Για παράδειγμα, το κόστος αποστολής της παραγγελίας ή την εταιρεία που θα αναλάβει τη μεταφορά.
Το δεύτερο είναι πολύ πιο σημαντικό απ’ όσο νομίζουν πολλοί γιατί ουκ ολίγοι καταναλωτές έχουν δει φαινόμενα καθυστέρησης ή δυσκολίας στη συνεννόηση για την παραλαβή και αυτό το μετρούν αρκετά πλέον.
Δεν συζητάω καν πόσο μετρά η προηγούμενη εμπειρία αγοράς και κατά πόσον ένα e-shop είχε σωστή συμπεριφορά απέναντι σε έναν πελάτη του. Λάθη γίνονται, αλλά πρέπει να τα παραδέχεσαι.
Και το σωστό είναι επίσης να μην παραπλανάς τον καταναλωτή διαφημίζοντας ότι έχεις ένα προϊόν, το οποίο στην πραγματικότητα δεν έχεις και το μόνο που θες είναι να τον προσελκύσεις και να του πουλήσεις κάτι άλλο.
Ένας καταναλωτής μπορεί να την «πατήσει» την πρώτη φορά, ίσως και τη δεύτερη, την τρίτη, όμως, και θα σε αποφύγει και θα σε σχολιάσει αρνητικά στα socialmedia.
Πέραν της τιμής, η εμπειρία και η σχέση που δημιουργείται μεταξύ ενός e-shop και ενός καταναλωτή είναι πολύ σημαντικοί παράγοντες για την επιτυχία ενός ηλεκτρονικού καταστήματος.
Από προσωπική εμπειρία, μπορώ να πω ότι έχω καταλήξει να προτιμώ να αγοράσω ένα προϊόν από ένα e-shop που μου προσέφερε καλή εμπειρία στο παρελθόν ακόμη και το ίδιο το προϊόν το βρίσκω πιο φθηνό σε κάποιο άλλο ηλεκτρονικό κατάστημα με το οποίο δεν έχω καμία εμπειρία.
Φυσικά, θα δοκιμάσω κάποιο νέο κατάστημα, αλλά για να το δοκιμάσω θα πρέπει η εικόνα του να είναι και η σωστή. Καταστήματα που δεν αναφέρουν στο site τους, πλήρη στοιχεία επικοινωνίας, δηλαδή και φυσική διεύθυνση και σταθερό τηλέφωνο, δύσκολα θα τα εμπιστευθώ.
Και θα τσεκάρω και τα σχόλια στα social media. Ακόμη και η εμφάνιση και η λειτουργικότητα μετράνε αρκετά. Μόνο η τιμή δεν είναι παράγοντας επιτυχίας πλέον…
Σε μία ημερίδα που πραγματοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα με θέμα την εποχή της μετα-δημοσιογραφίας, κατέθεσα την άποψη μου ότι στο χώρο των μέσων ενημέρωσης ο ψηφιακός μετασχηματισμός που υλοποιείται σε άλλους κλάδους της οικονομίας έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε.
Οι ψηφιακές τεχνολογίες και τα μέσα που δημιουργήθηκαν λόγω των ψηφιακών εξελίξεων, προεξαρχόντος του Facebook, δεν έχουν αλλάξει μόνο τον τρόπο που παράγονται οι ειδήσεις αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διανέμονται στους πολίτες, καθώς επίσης και το πώς αυτές προσλαμβάνονται από τους πολίτες.
Και ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο είναι ότι έχουμε αρχίσει να φθάνουμε σε ένα σημείο -με αρκετούς κινδύνους θα έλεγα- όπου οι πολίτες δημιουργούν αυτό που στο εξωτερικό αποκαλείται information cocoons («κουκούλια» πληροφοριών σε μία αρκετά ελεύθερη μετάφραση).
Το αποτέλεσμα είναι η ενημέρωση που έχουν να είναι τελικώς πολύ πιο περιορισμένη σε σχέση με το παρελθόν παρά το γεγονός ότι οι πηγές πληροφόρησης έχουν πολλαπλασιαστεί χάρη στο Διαδίκτυο.
Είναι ένα θέμα που πρέπει να πω ότι έθιξε πριν από μερικές εβδομάδες στο πλαίσιο του TEDxAcademy τόσο ο γνωστός δημοσιογράφος Παύλος Τσίμας όσο και ο Ανδρέας Σταυρόπουλος, ο οποίος δραστηριοποιείται στο χώρο των επενδύσεων στην τεχνολογία και έχει την έδρα του στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Τι είναι αυτά τα «κουκούλια»; Είναι αυτό που δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι όταν προτιμάμε να ενημερωνόμαστε σχεδόν αποκλειστικά από το Facebook.
Όσο και αν ακούγεται περίεργο σε αρκετούς, ένας πολύ μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας ενημερώνεται αποκλειστικά από το χρονολόγιο του στο δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης.
Το πρόβλημα είναι πως ο αλγόριθμος του Facebook ανεβάζει πιο ψηλά τις δημοσιεύσεις εκείνες που γίνονται από χρήστες με τους οποίους έχουμε στο παρελθόν «αλληλεπιδράσει».
Είτε έχουμε κάνει μία κοινοποίηση είτε έχουμε σχολιάσει είτε έχουμε κάνει ένα like. Άρα, εμφανίζει δημοσιεύσεις από εκείνους που μας αρέσουν. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, πρακτικά «αποκλείουμε» ή έστω κάνουμε πιο δύσκολη την εμφάνιση δημοσιεύσεων που δεν θα μας αρέσουν.
Το αποτέλεσμα είναι στο χρονολόγιο μας να εμφανίζονται ειδήσεις και πληροφορίες που ταιριάζουν στην ιδεολογία μας, στα πιστεύω μας κλπ. Κάτι που σημαίνει ότι δύσκολα βλέπουμε την αντίθετη από τη δική μας άποψη.
Και καταλήγουμε να νομίζουμε ότι τα πάντα είναι σύμφωνα με τα δικά μας πιστεύω. Αυτό είναι ένα information cocoon.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο επειδή σταδιακά το «κουκούλι» περιορίζεται καθώς κάνουμε likes μόνο σε αυτά που μας αρέσουν. Καταλήγουμε να έχουμε δημιουργήσει έναν μικρόκοσμο, ο οποίος μας αρέσει μεν αλλά απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
Τόσο όσον αφορά στις εξελίξεις στην Ελλάδα όσο και σε εκείνες στον υπόλοιπο πλανήτη. Ουσιαστικά, φθάνουμε να βλέπουμε μία αρκετά στρεβλωμένη εκδοχή της πραγματικότητας.
Η εμφάνιση αυτών των «κουκουλιών» είναι πάντως δικαιολογημένη. Για πολλούς ανθρώπους, το να καθίσουν να διαβάσουν 3-4 ενημερωτικά sites εντός και εκτός Ελλάδας δεν είναι κάτι εύκολο λόγω έλλειψης χρόνου.
Ενώ με το Facebook και ενδεχομένως και το Twitter είναι πιο εύκολο να θεωρήσεις ότι είσαι ενημερωμένος ότι είσαι updated με τις τελευταίες εξελίξεις. Μόνο που οι εξελίξεις που μαθαίνεις περιορίζονται στον μικρόκοσμο σου.
Η πραγματικότητα είναι πως η υπερπληροφόρηση έχει αρχίσει να οδηγεί σε αντίθετα μονοπάτια από εκείνα που πίστευαν πολλοί όταν το Διαδίκτυο έδωσε τη δυνατότητα να έχεις πρόσβαση σε αναρίθμητες πηγές πληροφοριών και ειδήσεων ανά πάσα στιγμή.
Είναι πρακτικά αδύνατο να παρακολουθήσεις όλες τις εξελίξεις και χρειάζεται να κάνεις επιλογές και να συμβιβαστείς. Απλά, τα information cocoons είναι ένας μάλλον κακός συμβιβασμός.
Και γι’ αυτό ενδεχομένως ίσως να έχει έρθει η ώρα που οι πολίτες θα αρχίσουν να αναζητούν ποιοτικά μέσα ενημέρωσης που θα τους προσφέρουν -πάντα online- ενημέρωση που θα καλύπτει τις ανάγκες τους για πληροφόρηση.
Πληροφόρηση που θα είναι σε μεγάλο ποσοστό προσωποποιημένη.
Πρόσφατα άρθρα
Εγγραφή στο Newsletter
Θα λαμβάνετε κάθε εβδομάδα τα πιο hot άρθρα στο email σας!
Δημοφιλή άρθρα
Categories Menu
Site Menu
Διεύθυνση εταιρείας
Ευμολπιδών 23
118 54, Αθήνα
Γενικές πληροφορίες
info@verticom.gr
(+30) 210 924 55 77








