Η γερμανική ρυθμιστική Aρχή Bundeskartellamt επέβαλε πρόστιμο 70 εκατομμυρίων δολαρίων στην Amazon Γερμανίας, κατηγορώντας την ότι επηρέαζε παράνομα τις τιμές των τρίτων πωλητών στo marketplace της.
Η απόφαση ελήφθη στις 5 Φεβρουαρίου 2026 και αφορά πρακτικές που εφάρμοζε η Amazon από το 2022. Συγκεκριμένα, η εταιρεία χρησιμοποιούσε αυτοματοποιημένα εργαλεία ελέγχου τιμών, τα οποία "παρακολουθούσαν" τις τιμές των τρίτων εμπόρων και τις χαρακτήριζαν ως "μη ανταγωνιστικές" αν ξεπερνούσαν ορισμένα όρια.
Αυτό οδηγούσε στην αφαίρεση των αγγελιών από τα αποτελέσματα αναζήτησης ή στην απώλεια της προνομιακής θέσης στο Buy Box, μειώνοντας δραστικά τις πωλήσεις τους. Οι τρίτοι πωλητές αντιπροσωπεύουν περίπου το 60% των συναλλαγών στην πλατφόρμα, ενώ η Amazon ανταγωνίζεται άμεσα μαζί τους μέσω των ιδίων προϊόντων της.
Αντιμονοπωλιακές παραβάσεις
Η Bundeskartellamt έκρινε ότι αυτές οι πρακτικές παραβιάζουν τους νόμους ανταγωνισμού, καθώς δίνουν άδικα πλεονεκτήματα στην Amazon εις βάρος μικρότερων εμπόρων. Η έρευνα ξεκίνησε το 2022, μετά από καταγγελίες, και εντάθηκε με συνεργασία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο πλαίσιο του Digital Markets Act (DMA) - και στην ευρύτερη προσπάθεια ρύθμισης των Big Tech πλατφορμών, με στόχο την προστασία των μικρών επιχειρήσεων.
Η ρυθμιστική αρχή απαγόρευσε πλέον αυτούς τους μηχανισμούς, απαιτώντας από την Amazon να σταματήσει άμεσα την επιβολή "ανώτατων ορίων τιμών". Το πρόστιμο υπολογίστηκε με βάση τα οικονομικά οφέλη που αποκόμισε η εταιρεία από αυτές τις πρακτικές, ενώ η έρευνα συνεχίζεται και ενδέχεται να ακολουθήσουν επιπλέον κυρώσεις.
Η αντίδραση της Amazon
Ο διευθύνων σύμβουλος της Amazon Γερμανίας, Rocco Bräuniger, εξέφρασε τη διαφωνία της εταιρείας, ανακοινώνοντας ότι θα ασκήσει έφεση κατά της απόφασης. Ισχυρίστηκε ότι τα εργαλεία αυτά προστατεύουν τους καταναλωτές από υπερβολικές τιμές και προάγουν την καινοτομία, καθώς αναγκάζουν τους πωλητές να διατηρούν ανταγωνιστικές προσφορές.
Παρά το πρόστιμο, η Amazon δηλώνει ότι θα συνεχίσει τις κανονικές της δραστηριότητες, τονίζοντας ότι η απόφαση μπορεί να βλάψει τελικά τους πελάτες με λιγότερες επιλογές χαμηλών τιμών.








